logo

  • Ο Ιατρός
  • Το Ιατρείο
  • Συμπτώματα
  • Παθήσεις
  • Επεμβάσεις
  • Επικοινωνία

email
phone
phone

Σεβαστουπόλεως 92-94, Αμπελόκηποι 115 26 (Μετρό Πανόρμου)

Συμπτώματα

 Συμπτώματα

Δυσφαγία - Δυσκαταποσία

Αιτίες / Διαφορική Διάγνωση

Η δυσκαταποσία, η οποία αφορά το πρώτο στάδιο της κατάποσης, συνηθέστερα οφείλεται στην αδυναμία συνεργασίας των στοματοφαρυγγικών μυών που συμμετέχουν στη διαδικασία της κατάποσης, όπως συμβαίνει σε ασθενείς με αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, νόσο του Parkinson, σκλήρυνση κατά πλάκας και σπανιότερα μυασθένεια. Η δυσφαγία, που αφορά το δεύτερο στάδιο της κατάποσης, μπορεί να οφείλεται σε γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο, σε καλοήθεις πεπτικές στενώσεις του οισοφάγου (π.χ. σε δακτύλιο Schatzki), σε ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα, σε κινητικές διαταραχές του οισοφάγου (π.χ. αχαλασία οισοφάγου) ή, σε σοβαρότερες περιπτώσεις, σε απόφραξη από καρκίνο του οισοφάγου ή όγκους του μεσοθωρακίου.

Διαγνωστικός Έλεγχος

Πάντα ξεκινάει με ένα λεπτομερές ιστορικό και την κλινική εξέταση. Η ηλικία του ασθενούς, η χρονική διάρκεια από την έναρξη των συμπτωμάτων, η σχέση των συμπτωμάτων με την κατάποση υγρών ή στερεών τροφών, η απώλεια βάρους, αλλά και το ατομικό ιστορικό (π.χ. πρόσφατο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, σκληρόδερμα) κατευθύνουν σημαντικά τη διαγνωστική σκέψη. Συνήθως απαιτείται η διενέργεια γαστροσκόπησης και ενδεχομένως η λήψη βιοψιών από τον οισοφάγο. Η αξονική τραχήλου και θώρακος μπορεί να αποκλείσει πίεση του οισοφάγου από όγκους παρακείμενων οργάνων. Σε σπανιότερες περιπτώσεις γίνεται λειτουργικός έλεγχος με μανομετρία υψηλής ανάλυσης (High Resolution Manometry) για πιθανή αχαλασία ή άλλη κινητική διαταραχή του οισοφάγου.

Θεραπεία

Η θεραπεία της δυσφαγίας μπορεί να αποφασιστεί με ασφάλεια μόνο μετά από κατάλληλο διαγνωστικό έλεγχο και εφόσον έχει τεθεί η σωστή διάγνωση. Μπορεί να αφορά είτε τη συνταγογράφηση απλών φαρμάκων (π.χ. αναστολέων αντλίας πρωτονίων σε ασθενείς με ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα ή γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσο), είτε τη χρήση ενδοσκοπικών μεθόδων (π.χ. διαστολή με μπαλόνι καλοήθων στενώσεων, τοποθέτηση stent σε ανεγχείρητο καρκίνο του οισοφάγου, διαδερμικές γαστροστομίες σε ασθενείς με εγκεφαλικό επεισόδιο κ.ά.) είτε ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία και χειρουργική επέμβαση εφόσον πρόκειται για κακοήθεις στενώσεις.

Δυσκοιλιότητα

Αίτια

Οι συνηθέστερες αιτίες σχετίζονται με τον καθημερινό τρόπο ζωής και τη διατροφή. Βασική αιτία αποτελεί η μειωμένη πρόσληψη φυτικών ινών όπως λαχανικών, φρούτων και δημητριακών ολικής άλεσης. Η έλλειψη σωματικής άσκησης, η μειωμένη κατανάλωση νερού και υγρών,αλλαγές στη ρουτίνα όπως ταξίδια, έντονο στρες ή αλλαγή των ωρών ύπνου και φαγητού είναι παράγοντες που επιδεινώνουν τη δυσκοιλιότητα. Πολλά φάρμακα επίσης, όπως οι ανταγωνιστές ασβεστίου, τα συμπληρώματα σιδήρου και ασβεστίου, τα οπιοειδή αναλγητικά, τα αντικαταθλιπτικά, τα αντιψυχωσικά και τα διουρητικά, έχουν ως παρενέργεια τη δυσκοιλιότητα. Οι αγωνιστές GLP-1, μια κατηγορία φαρμάκων για τον διαβήτη και το αδυνάτισμα με ολοένα και μεγαλύτερη χρήση, προκαλούν επίσης δυσκοιλιότητα. Επιπρόσθετα η δυσκοιλιότητα μπορεί να αποτελεί σύμπτωμα υποκείμενης νόσου σε ενδοκρινικές διαταραχές όπως είναι ο υποθυρεοειδισμός, ο σακχαρώδης διαβήτης και η υπερασβαιστιαιμία. Νευρολογικές παθήσεις όπως η νόσος του Parkinson, η σκλήρυνση κατά πλάκας και οι τραυματισμοί του νωτιαίου μυελού σχετίζονται συχνά με δυσκοιλιότητα. Όταν συνυπάρχει πόνος στην κοιλιά ο οποίος συνδυάζεται με δυσκοιλιότητα, μπορεί να υπάρχει το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Τέλος,δομικά προβλήματα του εντέρου όπως είναι η ραγάδα του πρωκτού, οι αιμορροΐδεςκαι σπανιότερα όγκοι στο παχύ έντερο μπορεί να συνδυάζονται με δυσκοιλιότητα.

Διάγνωση

Συνήθως αρκούν η λήψη του ιστορικού και η κλινική εξέταση για να τεθεί η διάγνωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί ο ασθενής να παραπεμφθεί για εργαστηριακό έλεγχο όπως γενική αίματος, έλεγχος θυρεοειδικών ορμονών, ασβεστίου και σακχάρου. Ασθενείς άνω των 45 ετών με πρωτοεμφανιζόμενη δυσκοιλιότητα ή ασθενείς με συμπτώματα συναγερμού (απώλεια αίματος με τις κενώσεις ή απώλεια βάρους) θα πρέπει να υποβάλλονται σε κολονοσκόπηση για να αποκλειστεί η ύπαρξη νεοπλάσματος. Σε λίγες περιπτώσεις δύναται να ζητηθούν εξειδικευμένες εξετάσεις όπως η ορθοπρωκτική μανομετρία, η μελέτη χρόνου διάβασης παχέος εντέρου και το αφοδευσιογράφημα.

Θεραπεία

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής αποτελούν την πρώτη γραμμή των θεραπευτικών παρεμβάσεων.Θεμελιώδης είναι η αύξηση της πρόσληψης φυτικών ινών όπως τα φρούτα (ακτινίδια, δαμάσκηνα, σύκα), τα λαχανικά καθώς και τα δημητριακά ολικής άλεσης. Επιπρόσθετα θα πρέπει να αυξηθεί η ενυδάτωση του οργανισμού για να δράσουν αποτελεσματικά οι φυτικές ίνες. Το καθημερινό βάδισμα και η άσκηση βοηθούν και θα πρέπει να συστήνονται.

Οπισθοστερνικό Άλγος

Αίτια

Οι αιτίες του μη καρδιακού θωρακικού άλγους είναι ποικίλες και συχνά σχετίζονται με το πεπτικό σύστημα, το μυοσκελετικό σύστημα ή ψυχολογικούς παράγοντες. Μία από τις πιο συχνές αιτίες είναι η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, κατά την οποία τα οξέα του στομάχου επιστρέφουν προς τον οισοφάγο, προκαλώντας καύσο και πόνο στο στήθος. Επίσης, ο σπασμός ή άλλες διαταραχές κινητικότητας του οισοφάγου μπορούν να προκαλέσουν έντονο πόνο που μοιάζει με καρδιακό. Το θωρακικό άλγος μη καρδιακής αιτιολογίας μπορεί ακόμη να οφείλεται σε φλεγμονή των μυών ή των αρθρώσεων του θωρακικού τοιχώματος, όπως συμβαίνει σε μυοσκελετικά προβλήματα ή μετά από τραυματισμό. Επιπλέον, το άγχος, το στρες και οι κρίσεις πανικού μπορούν να προκαλέσουν πόνο στο στήθος χωρίς οργανική καρδιακή αιτία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παθήσεις των πνευμόνων ή λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος μπορεί επίσης να συμβάλουν στην εμφάνιση θωρακικού άλγους, τότε όμως συχνά συνοδεύονται και από άλλα συμπτώματα στο αναπνευστικό σύστημα, όπως η δύσπνοια και ο βήχας.

Δίαγνωση

Η διάγνωση του μη καρδιακού θωρακικού άλγους βασίζεται κυρίως στον αποκλεισμό καρδιολογικών αιτιών. Ο γιατρός ξεκινά με τη λήψη αναλυτικού ιατρικού ιστορικού και την αξιολόγηση των συμπτωμάτων, όπως η ένταση, η διάρκεια και οι παράγοντες που επιδεινώνουν ή ανακουφίζουν τον πόνο στο στήθος. Στη συνέχεια πραγματοποιούνται καρδιολογικές εξετάσεις, όπως ηλεκτροκαρδιογράφημα, υπερηχοκαρδιογράφημα, αιματολογικές εξετάσεις ή δοκιμασία κόπωσης, προκειμένου να αποκλειστεί η παρουσία καρδιακής νόσου. Εφόσον η καρδιά αποκλειστεί ως αιτία των συμπτωμάτων, μπορεί να ακολουθήσουν περαιτέρω εξετάσεις για τη διερεύνηση πιθανών γαστρεντερολογικών ή άλλων αιτιών. Οι εξετάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν το υπερηχογράφημα άνω κοιλίας, τη γαστροσκόπηση, τη μελέτη κινητικότητας του οισοφάγου ή έλεγχο για γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση με την μέθοδο της pHμετρίας-εμπεδησιομετρίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αξιολογούνται και ψυχολογικοί παράγοντες όπως το άγχος και οι αγχώδεις διαταραχές. Η σωστή και ολοκληρωμένη διάγνωση είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Θεραπεία

Η θεραπεία του μη καρδιακού θωρακικού άλγους εξαρτάται από την αιτία που το προκαλεί. Όταν το σύμπτωμα σχετίζεται με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή που μειώνει την παραγωγή οξέος στο στομάχι, καθώς και αλλαγές στον τρόπο ζωής και στη διατροφή. Η αποφυγή βαριών γευμάτων, λιπαρών τροφών, αλκοόλ και καφεΐνης μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη μείωση των συμπτωμάτων. Σε περιπτώσεις που ο πόνος οφείλεται σε μυοσκελετικά προβλήματα, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει αντιφλεγμονώδη φάρμακα, φυσικοθεραπεία ή ανάπαυση. Όταν το μη καρδιακό θωρακικό άλγος σχετίζεται με άγχος ή κρίσεις πανικού, η ψυχολογική υποστήριξη και οι τεχνικές διαχείρισης του στρες μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά. Η σωστή διάγνωση από τον ειδικό γιατρό και η εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση είναι καθοριστικής σημασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του πόνου στο στήθος και τη βελτίωση της καθημερινότητας του ασθενούς. 

Ίκτερος

Αίτια

Τα αίτια του ίκτερου ταξινομούνται σε α) προηπατικά , 2) ενδοηπατικά και 3) μεθηπατικά. Στα προηπατικά αίτια περιλαμβάνονται αιματολογικά νοσήματα (π.χ. αιμολυτικές αναιμίες, δρεπανοκυτταρική αναιμία, θαλασσαιμία κ.ά.) στα οποία η αυξημένη καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων οδηγεί σε απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας χολερυθρίνης που πνίγει την ικανότητα του ήπατος να την επεξεργαστεί. Στα ενδοηπατικά αίτια ανήκουν όλα τα ηπατικά νοσήματα που συνοδεύονται από καταστροφή των ηπατικών κυττάρων όπως οι ιογενείς ηπατίτιδες, η αλκοολική νόσος, οι αυτοάνοσες ηπατίτιδες, η ηπατοτοξικότητα από φάρμακα και η κίρρωση του ήπατος. Στα μεθηπατικά αίτια περιλαμβάνονται όλες οι αιτίες απόφραξης του χοληφόρου δένδρου όπως η χοληδοχολιθίαση, ο καρκίνος της κεφαλής του παγκρέατος, το χολαγγειοκαρκίνωμα και o καρκίνος του φύματος του Vater.

Διαγνωστική Προσπέλαση

Το ιστορικό και η κλινική εξέταση είναι όπως πάντα σημαντικά, αλλά συνήθως δεν αρκούν για να τεθεί η διάγνωση. Το είδος της χολερυθρίνης που προεξάρχει στο αίμα, εάν δηλαδή πρόκειται για άμεση ή έμμεση υπερχολερυθριναιμία, έχει σημασία για τον περιορισμό των πιθανών διαγνώσεων. Η έμμεση χολερυθρίνη αυξάνεται σε αιμολυτικά νοσήματα, ενώ, αντίθετα, άμεση υπερχολερυθριναιμία έχουμε από ηπατικά και μεθηπατικά αίτια. Ο έλεγχος της LDH, των τρανσαμινασών (SGOT,SGPT) και των χολοστατικών ενζύμων (γ-GT, ALP) βοηθάει περαιτέρω στη διαγνωστική διαδικασία. Ο υπέρηχος άνω κοιλίας, και ιδιαίτερα του ήπατος, συμβάλλει στη διαφοροδιάγνωση της ενδοηπατικής χολόστασης από τα εξωηπατικά αποφρακτικά αίτια. Επί υποψίας ηπατοκυτταρικού νοσήματος ζητείται έλεγχος ιογενών ηπατιτίδων, μεταβολικών παθήσεων (π.χ. σερουλοπλασμίνη για πιθανή νόσο Wlson, φερριτίνη για έλεγχο αιμοχρωμάτωσης κ.ά.), ανοσολογικός έλεγχος για αυτοάνοση ηπατίτιδα, πρωτοπαθή χολική κίρρωση, IgG4 χολαγγειοπάθεια, ηλεκτροφόρηση λευκωμάτων και προσδιορισμός των ανοσοσφαιρινών. Επί υποψίας καρκίνου στην κεφαλή του παγκρέατος δύναται να ζητηθεί αξονική τομογραφία άνω κοιλίας. Τέλος, η μαγνητική χολαγγειοπαγκρεατογραφία(MRCP) βοηθάει στη διάγνωση παθήσεων του ηπατοχοληφόρου δένδρου όπως η χοληδοχολιθίαση και το χολαγγειοκαρκίνωμα.

Θεραπεία

Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η υπερχολερυθριναιμία αυτή καθαυτή δεν είναι επιβλαβής για τον ενήλικα ασθενή (σε αντίθεση με τον νεογνικό ίκτερο). Αυτό που προέχει είναι η αναζήτηση και θεραπεία της υποκείμενης αιτίας (π.χ. αντιικά φάρμακα σε ιογενή ηπατίτιδα, κορτικοστεροειδή σε αυτοάνοση ηπατίτιδα, ERCPσε χοληδοχολιθίαση κτλ.).

Ναυτία - Εμετός

Αίτια / Διαφορική Διάγνωση

Τα αίτια της ναυτίας και του εμέτου ποικίλλουν και μπορεί να είναι από αθώα και παροδικά έως χρόνια και πολύ σοβαρά. Μια ιογενής γαστρεντερίτιδα ή μια τροφική δηλητηρίαση αποτελούν συχνές αυτοπεριοριζόμενες αιτίες. Ομοίως, μια ποικιλία φαρμάκων (π.χ. αντιβιοτικά, χημειοθεραπευτικά) μπορούν να έχουν ως παρενέργεια τη ναυτία και τον έμετο. Σημαντικότερα γαστρεντερολογικά αίτια που προκαλούν έμετο αποτελούν η μηχανική απόφραξη του στομάχου και του εντέρου, η γαστροπάρεση, η χρόνια εντερική ψευδοαπόφραξη, η οξεία χολοκυστίτιδα, το πεπτικό έλκος, η παγκρεατίτιδα, οι ηπατίτιδες, η εντερική ισχαιμία καθώς και οι κακοήθειες του πεπτικού συστήματος σε προχωρημένα στάδια. Από τη διαφορική διάγνωση δεν θα πρέπει να λησμονούνται παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος (π.χ. ημικρανία, κακοήθεις όγκοι του εγκεφάλου), νοσήματα των λαβυρίνθων καθώς επίσης και ψυχιατρικές διαταραχές. Τέλος, μεταβολικές και ορμονικές διαταραχές όπως η ουραιμία, η διαβητική κετοξέωση, ο υπερθυρεοειδισμός, ο υπερ- και υποπαραθυρεοειδισμός και η νόσος του Addison μπορεί να εκδηλωθούν με ναυτία και έμετο.

Διαγνωστική Προσπέλαση

Το ιστορικό και η κλινική εξέταση του ασθενούς προσφέρουν στις περισσότερες περιπτώσεις πολύτιμες πληροφορίες και συνήθως, επί ήπιων συμπτωμάτων, δεν απαιτείται περαιτέρω εξειδικευμένος διαγνωστικός έλεγχος. Η διάρκεια, η ένταση και η συχνότητα των συμπτωμάτων, η χρονική σχέση με τη λήψη τροφής και φαρμάκων καθώς και τα συνοδά συμπτώματα (π.χ. πυρετός, απώλεια βάρους) μπορούν να κατευθύνουν τη διάγνωση.Η γενική εξέταση αίματος, ο έλεγχος της ουρίας και της κρεατινίνης καθώς και των ηλεκτρολυτών αποτελούν χρήσιμες και απλές εξετάσεις για να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της κατάστασης του ασθενούς. Η απλή ακτινογραφία κοιλίας, το υπερηχογράφημα και η αξονική κοιλίας μπορεί να ζητηθούν από τον θεράποντα ιατρό, ιδιαίτερα όταν υπάρχει θέμα πιθανής απόφραξης της γαστρεντερικής οδού (π.χ. συμφύσεις του εντέρου από παλαιότερες χειρουργικές επεμβάσεις). Η γαστροσκόπηση συνήθως απαιτείται όταν τα συμπτώματα εμμένουν για αρκετές ημέρες, συνυπάρχει απώλεια βάρους και ο εργαστηριακός έλεγχος ρουτίνας αναδεικνύει αναιμία (πτώση του αιματοκρίτη) ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές. Με τη γαστροσκόπηση επιδιώκεται κυρίως να αποκλειστούν κακοήθη νοσήματα (π.χ. καρκίνος στομάχου, λεμφώματα) ή αίτια που χρήζουν ειδικής θεραπείας (π.χ. διαστολές με μπαλόνι σε πυλωρική στένωση).

Θεραπεία

Η θεραπεία είναι κατ’ αρχάς συμπτωματική. Χρησιμοποιούνται διάφορα φάρμακα με διαφορετικό μηχανισμό δράσης, με στόχο να περιορίσουν το αίσθημα ναυτίας και τα εμετικά επεισόδια. Δημοφιλέστερα αντιεμετικά αποτελούν η μετοκλοπραμίδη, η δομπεριδόνη και η ονδασετρόνη. Σε βαρύτερες περιπτώσεις, όταν υπάρχει κίνδυνος αφυδάτωσης και ηλεκτρολυτικών διαταραχών (π.χ. υποκαλιαιμία), μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία για παρεντερική (ενδοφλέβια ) χορήγηση υγρών και ηλεκτρολυτών. Τέλος, αναλόγως της τελικής διάγνωσης, μπορεί να κριθούν επιβεβλημένες ειδικές θεραπείες όπως η ενδοσκοπική τοποθέτηση stent (π.χ.σε κακοήθη απόφραξη του δωδεκαδακτύλου) ή ακόμα και χειρουργική επέμβαση (π.χ. σε περιπτώσεις ειλεού).

Ασκιτής

Αιτίες

Η πυλαία υπέρταση λόγω κίρρωσης του ήπατος αποτελεί τη συχνότερη αιτία. Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν την παγκρεατίτιδα, τη δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια, διάφορες μορφές καρκίνου (ωοθηκών, παγκρέατος, στομάχου κ.ά.) μετά από περιτοναϊκές μεταστάσεις και την υποαλβουμιναιμία, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο νεφρωσικό σύνδρομο. Σπανιότερα ο ασκίτης μπορεί να οφείλεται σε φυματιώδη περιτονίτιδα.

Διαγνωστική Προσπέλαση

Εκτός από το ιστορικό και την κλινική εξέταση, σημαντικό ρόλο στον διαγνωστικό αλγόριθμο έχει ο προσδιορισμός της διαφοράς της αλβουμίνης στον ορό του αίματος και το ασκιτικό υγρό (Serum-Ascites Albumin Gradient ή SAAG). Τιμές SAAG>1,1g/dL παραπέμπουν σε αίτια πυλαίας υπέρτασης ή κίρρωση του ήπατος, δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια και το σύνδρομο Budd-Chiari. Αντίθετα, τιμές SAAG<1,1mg/dL παραπέμπουν σε καρκινωμάτωση του περιτοναίου, παγκρεατίτιδα, φυματιώδη περιτονίτιδα και νεφρωσικό σύνδρομο. Ο έλεγχος της κοιλιάς με υπερηχογράφημα και αξονική τομογραφία μπορεί συχνά να δώσει χρήσιμες πληροφορίες για να τεθεί η σωστή διάγνωση. Συχνά μπορεί να ζητηθεί καρδιολογική εκτίμηση για έλεγχο δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας.

Θεραπεία

Εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία και θα πρέπει να εξατομικεύεται. Συνήθως πάντως συστήνεται περιορισμός της λήψης άλατος, αποφυγή κατανάλωσης επεξεργασμένων τροφών και έναρξη χορήγησης διουρητικών (φουροσεμίδη, σπιρονολακτόνη) προκειμένου να αποβληθεί το επιπλέον νερό. Σε περίπτωση μη ικανοποιητικής ανταπόκρισης στα διουρητικά, δύναται να γίνει παρακέντηση της κοιλιάς και απευθείας παροχέτευση του ασκιτικού υγρού. Παράλληλα, επί χαμηλών επιπέδων αλβουμίνης στο αίμα χορηγούνται παρεντερικά διαλύματα αλβουμίνης. Σε σοβαρές περιπτώσεις πυλαίας υπέρτασης έχει ένδειξη η δημιουργία ενδοηπατικής παράκαμψης με την τοποθέτηση TIPS(Transjugular Intrahepatic Portosystemic Shunt). Για ασθενείς με κίρρωση τελικού σταδίου μοναδική ουσιαστική θεραπεία αποτελεί η μεταμόσχευη του ήπατος.

Γαστρεντερική αιμορραγία

Αίτια / Διαφορική Διάγνωση

Τα αίτια είναι πολλά και η διάγνωση όχι πάντα εύκολη. Η γαστροσκόπηση και η κολονοσκόπηση κατέχουν κεντρική θέση στη διαγνωστική διαδικασία. Από το ανώτερο πεπτικό συνήθη αίτια είναι το έλκος του στομάχου και του δωδεκαδακτύλου, οι αγγειοδυσπλασίες, οι κιρσοί του οισοφάγου και του στομάχου, η πυλαία γαστροπάθεια, η οισοφαγίτιδα, η διαφραγματοκήλη, καθώς και διάφοροι καλοήθεις ή κακοήθεις όγκοι. Από το κατώτερο πεπτικό συνήθη αίτια είναι η αιμορροϊδοπάθεια, τα εκκολπώματα του παχέος εντέρου, οι κολίτιδες (π.χ. μετακτινική κολίτιδα σε έδαφος ακτινοθεραπείας για καρκίνο του προστάτη) , οι αγγειοδυσπλασίες, οι πολύποδες και ο καρκίνος του παχέος εντέρου.

Διαγνωστική Προσπέλαση

Το ιστορικό και η κλινική εξέταση θα κατευθύνουν τον διαγνωστικό έλεγχο. Συμπτώματα όπως μαύρα κόπρανα (μέλαινα κένωση), ο καφεοειδής έμετος και η αιματέμεση υποδηλώνουν ότι η αιτία εδράζεται στο ανώτερο πεπτικό σύστημα και θα πρέπει να γίνει γαστροσκόπηση. Αντίθετα, αποβολή φρέσκου ερυθρού αίματος καθιστά πιθανή την ανεύρεση της αιτίας στο παχύ έντερο ή στον πρωκτό και απαιτείται κολονοσκόπηση. Η επισκόπηση του ασθενούς και η μέτρηση των ζωτικών σημείων (αρτηριακή πίεση, σφύξεις) είναι καίριας σημασίας στην αξιολόγηση της βαρύτητας επειγόντων περιστατικών και θα καθορίσουν τον χρόνο διενέργειας της ενδοσκόπησης.

Από την άλλη, χρόνιες λανθάνουσες αιμορραγίες ανευρίσκονται σε αρχικά στάδια αποκλειστικά στον εργαστηριακό έλεγχο (πτώση αιματοκρίτη και επιπέδων σιδήρου και φερριτίνης στο αίμα) και μόνο σε προχωρημένα στάδια προκαλούν συμπτώματα όπως η εύκολη κόπωση και η αδυναμία. Τότε θα πρέπει να διενεργείται γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση σε τακτική βάση. Σε σπανιότερες περιπτώσεις, όταν ο έλεγχος με γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση είναι αρνητικός, διενεργείται έλεγχος του λεπτού εντέρου με τη χρήση της ενδοσκοπικής κάψουλας ή την τεχνική της εντεροσκόπησης.

Θεραπεία

Αποτελεί κατεξοχήν αντικείμενο της γαστρεντερολογίας. Αναλόγως της αιτίας εφαρμόζονται διάφορες τεχνικές και εδώ αναφέρονται ενδεικτικά μερικές από αυτές. Σε αιμορραγούντα έλκη, πέραν της παρεντερικής φαρμακευτικής αγωγής με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs), εφαρμόζεται αρχικά η υποβλεννογόνιος έγχυση διαλύματος αδρεναλίνης (συνήθως 1:10.000 σε φυσιολογικό ορό) που προκαλεί αγγειόσπασμο και εν συνεχεία μηχανική αιμόσταση με τη χρήση ειδικών μεταλλικών αιμοστατικών clip. Με τη χρήση ενός ειδικού καθετήρα διαθερμοπηξίας με το ευγενές αέριο Αργό μπορεί να γίνει καυτηριασμός μικρών αγγειακών βλαβών, όπως είναι οι αγγειεκτασίες. Σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. σε καρκίνο του στομάχου), γίνεται ψεκασμός της αιμάσσουσας νεοεξεργασίας με ειδική αιμοστατική πούδρα. Η αιμορραγία των κιρσών του οισοφάγου αντιμετωπίζεται με την απολίνωση αυτών με τη χρήση ειδικών αιμοστατικών δακτυλίων (banding) και την έγχυση σκληρυντικών ουσιών (κυανοακρυλικό).

Ανορεξία

Αιτίες

Τα αίτια της ανορεξίας είναι ποικίλα και μπορεί να περιλαμβάνουν σωματικές ασθένειες, ιδίως του γαστρεντερικού συστήματος, ψυχολογικούς παράγοντες, φάρμακα και περιβαλλοντικές επιδράσεις. Ιατρικές καταστάσεις όπως λοιμώξεις, γαστρεντερικές διαταραχές, χρόνιες παθήσεις(υποθυρεοειδισμός) και κυρίως ορισμένοι καρκίνοι (π.χ. οισοφάγου, στομάχου, παχέος εντέρου, πνεύμονα κ.ά.) σε προχωρημένα στάδια μπορούν να μειώσουν την όρεξη. Ψυχολογικές καταστάσεις όπως η κατάθλιψη, το άγχος και το στρες μπορούν επίσης να συμβάλουν, ενώ ορισμένα φάρμακα (π.χ. χημικοθεραπευτικά)ενδέχεται να προκαλέσουν μείωση της όρεξης ως παρενέργεια. Τέλος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η όρεξη είναι μειωμένη σε άτομα της τρίτης ηλικίας (πιο αργός μεταβολισμός, μειωμένη αίσθηση της γεύσης).

Διάγνωση

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να μετριέται το σωματικό βάρος, εάν είναι δυνατόν με διαδοχικές μετρήσεις αυτού, ώστε να εκτιμηθεί η βαρύτητα του προβλήματος. Η διάγνωση της ανορεξίας επικεντρώνεται στον εντοπισμό της υποκείμενης αιτίας της απώλειας όρεξης. Οι επαγγελματίες υγείας συνήθως πραγματοποιούν λεπτομερή λήψη ιατρικού ιστορικού, κλινική εξέταση και αξιολόγηση των διατροφικών συνηθειών και των συνοδών συμπτωμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν εργαστηριακές εξετάσεις όπως γενική εξέταση αίματος, έλεγχος της ηπατικής βιοχημείας, προσδιορισμός της αλβουμίνης και της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης στον ορό, ακτινογραφία θώρακος,απεικονιστικός έλεγχος (με υπέρηχο ή CT) κοιλίας, γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση για τον εντοπισμό πιθανών οργανικών νοσημάτων. Επί αρνητικών ευρημάτων θα πρέπει να δίδεται έμφαση στον έλεγχο πιθανής ψυχογενούς προέλευσης των συμπτωμάτων.

Θεραπεία

Η θεραπεία εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία. Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει θεραπεία της βασικής ιατρικής ή ψυχολογικής νόσου, τροποποίηση φαρμάκων που επηρεάζουν την όρεξη και παροχή διατροφικής υποστήριξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διατροφική συμβουλευτική, η ψυχολογική υποστήριξη και η ιατρική παρακολούθηση είναι απαραίτητες για την αποκατάσταση της επαρκούς πρόσληψης τροφής και την πρόληψη επιπλοκών.

Κοιλιακό άλγος

Αιτίες

Τα αίτια του κοιλιακού άλγους είναι πάρα πολλά και δεν αφορούν μόνο το γαστρεντερικό σύστημα. Από γαστρεντερολογικής πλευράς συνηθέστερα είναι το έλκος του στομάχου και του δωδεκαδακτύλου, η γαστρίτιδα, η χολολιθίαση και η χοληδοχολιθίαση με τις επιπλοκές τους (π.χ. οξεία χολαγγεΐτιδα), η οξεία και χρόνια παγκρεατίτιδα, ο αποφρακτικός ειλεός, η ισχαιμική κολίτιδα, η οξεία σκωληκοειδίτιδα, τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (π.χ. νόσος του Crohn). Ιδιαίτερα συχνό είναι το κοιλιακό άλγος στα πλαίσια λειτουργικών ενοχλημάτων όπως είναι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και η δυσκοιλιότητα. Στα αίτια συμπεριλαμβάνονται νοσήματα και από άλλα συστήματα όπως είναι γυναικολογικές παθήσεις (π.χ. έκτοπη κύηση, ενδομητρίωση) και νοσήματα από το ουροποιητικό σύστημα (π.χ. ουρολοιμώξεις).

Άλλοτε πάλι η αιτία του κοιλιακού άλγους οφείλεται σε όργανα εκτός της κοιλιάς, όπως συμβαίνει ενίοτε στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και στην πνευμονία. Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στο να αποκλειστούν απειλητικά για τη ζωή νοσήματα όπως είναι το ανεύρυσμα της κοιλιακής αορτής και η οξεία μεσεντέριος ισχαιμία, που απαιτούν έγκυρη χειρουργική αντιμετώπιση. Τέλος, το κοιλιακό άλγος σπανιότερα μπορεί να οφείλεται σε «παθολογικά» ή μεταβολικά αίτια όπως είναι η διαβητική κετοξέωση, η ουραιμία και η οξεία διαλείπουσα πορφυρία.

Διαγνωστική Προσπέλαση

Το ιστορικό και η κλινική εξέταση έχουν όπως πάντα θεμελιώδη σημασία στο να κατευθύνουν τον γιατρό στη σωστή διάγνωση. Η ηλικία του ασθενούς, η εντόπιση του άλγους και οι θέσεις αντανάκλασης αυτού, τα συνοδά συμπτώματα, η φαρμακευτική αγωγή και το οικογενειακό ιστορικό μπορεί να παράσχουν καθοριστικές πληροφορίες. Εξίσου σημαντική είναι η επισκόπηση, η ακρόαση και η ψηλάφηση της κοιλιάς σε συνδυασμό με τη λοιπή φυσική εξέταση. Για τη διερεύνηση ενδεχόμενης φλεγμονώδους δραστηριότητας απαιτείται εργαστηριακός έλεγχος όπως γενική εξέταση αίματος (λευκοκυττάρωση) και έλεγχος της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP). Χρήσιμος είναι ο έλεγχος των ηπατικών ενζύμων (SGOT, SGPT, γ-GT, ALP, χολερυθρίνη) και της αμυλάσης για την ανάδειξη παθολογίας από το ήπαρ, τη χοληδόχο κύστη,το χοληφόρο δένδρο και το πάγκρεας.

Ο υπερηχογραφικός έλεγχος των κοιλιακών οργάνων, όντας εύκολος (μη παρεμβατική εξέταση), γρήγορος και οικονομικός κατέχει επίσης κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια να αποκλειστούν πολλές παθήσεις (π.χ. οξεία χολοκυστίτιδα, χολολιθίαση, ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, υδρονέφρωση κ.ά.) από τα όργανα της κοιλιάς.

Σε περίπτωση εμμονής της συμπτωματολογίας συνήθως ζητείται αξονική τομογραφία κοιλίας με σκιαγραφικό. Επί διαταραχής της ηπατικής βιοχημείας χρήσιμη είναι η διενέργεια μιας μαγνητικής χολαγγειοπαγκρεατογραφίας (MRCP), με την οποία δύναται να αναζητηθεί παθολογία στο χοληφόρο δένδρο και τον παγκρεατικό πόρο.

Σε υποψία παθολογίας από το λεπτό έντερο ενδείκνυται η διενέργεια μαγνητικής εντερογραφίας. Τέλος, μπορεί να απαιτηθούν ειδικές βιοχημικές και ορμονολογικές εξετάσεις όπως είναι ο προσδιορισμός του ασβεστίου, των αερίων και της βήτα χοριακής γοναδοτροπίνης στο αίμα καθώς και του πορφοχολινογόνου στα ούρα.

θεραπεία

Η θεραπεία του κοιλιακού άλγους εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία. Μέχρι, ωστόσο, να τεθεί η διάγνωση, υπάρχουν ορισμένοι θεραπευτικοί χειρισμοί που μπορούν να ανακουφίσουν από τα συμπτώματα. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να γίνει σύσταση για διακοπή ή περιορισμό της σίτισης, τουλάχιστον μέχρι να αποκλειστεί σοβαρή παθολογία από το γαστρεντερικό σύστημα. Συχνά χορηγούνται παρεντερικώς υγρά και ηλεκτρολύτες, ιδίως όταν υπάρχουν σημεία αφυδάτωσης και υποογκαιμίας.

Επί υποψίας παθολογίας από το στομάχι χορηγούνται αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (π.χ. ομεπραζόλη) και επί συνοδού ναυτίας αντιεμετικά σκευάσματα (π.χ. μετοκλοπραμίδη).

Για την αντιμετώπιση του πόνου, δύναται να χορηγηθεί παρακεταμόλη ή αναλγητικά της κατηγορίας των ΜΣΑΦ (π.χ. δικλοφενάκη) καθώς και σπασμολυτικά. Ωστόσο η αντιμετώπιση του κοιλιακού άλγους δεν μπορεί να είναι μόνο συμπτωματική και ο βασικός στόχος θα πρέπει να είναι να τεθεί η σωστή διάγνωση ή τουλάχιστον να αποκλειστούν απειλητικά για τη ζωή νοσήματα (π.χ. διαχωρισμός ανευρύσματος κοιλιακής αορτής). Μόνο εφόσον τεθεί η σωστή διάγνωση μπορεί να γίνουν οι κατάλληλοι θεραπευτικοί χειρισμοί για την ανακούφιση του ασθενούς.

Ακράτεια Κοπράνων

Αίτια

Τα αίτια της ακράτειας κοπράνων είναι ποικίλα και συχνά πολυπαραγοντικά. Ένα από τα συχνότερα αίτια είναι η βλάβη ή η εξασθένηση των μυών του πρωκτικού σφιγκτήρα. Αυτό μπορεί να συμβεί κατά τον τοκετό, ιδιαίτερα σε δύσκολους φυσιολογικούς τοκετούς, στη χρήση μαιευτικών εργαλείων ή σε εκτεταμένες ρήξεις του περινέου. Επίσης, χειρουργικές επεμβάσεις στην περιοχή του πρωκτού ή του ορθού μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία των σφιγκτήρων.

Σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξει και η βλάβη των νεύρων που ελέγχουν τη λειτουργία της αφόδευσης. Η νευρική δυσλειτουργία μπορεί να προκύψει από χρόνιες παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, από τραυματισμούς του νωτιαίου μυελού ή από παρατεταμένη καταπόνηση κατά την αφόδευση. Νευρολογικές παθήσεις όπως ο υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης, η πολλαπλή σκλήρυνση κατά πλάκας και η νόσος του Parkinson μπορούν επίσης να επηρεάσουν τον συντονισμό των μυών και των νεύρων που εμπλέκονται στον έλεγχο των κενώσεων.

Επιπλέον, παθήσεις του ορθού μπορούν να συμβάλουν στην εμφάνιση ακράτειας. Η μειωμένη χωρητικότητα ή ελαστικότητα του ορθού περιορίζει την ικανότητά του να αποθηκεύει τα κόπρανα. Η χρόνια διάρροια αποτελεί επίσης συχνό παράγοντα, καθώς τα υδαρή κόπρανα είναι πιο δύσκολο να συγκρατηθούν. Τέλος, ανατομικές ανωμαλίες όπως η πρόπτωση του ορθού ή οι αιμορροΐδες μπορεί να επηρεάσουν τον φυσιολογικό μηχανισμό εγκράτειας.

Διάγνωση

Η διάγνωση της ακράτειας κοπράνων ξεκινά με τη λήψη λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού και την κλινική αξιολόγηση του ασθενούς. Ο ιατρός συνήθως διερευνά τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, τις διατροφικές συνήθειες, το ιστορικό δυσκοιλιότητας ή διάρροιας και τυχόν συνοδά νοσήματα. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται επίσης στο μαιευτικό ιστορικό, σε προηγούμενες χειρουργικές επεμβάσεις και σε πιθανές νευρολογικές παθήσεις.

Η κλινική εξέταση περιλαμβάνει συνήθως δακτυλική εξέταση του ορθού, ώστε να αξιολογηθεί η δύναμη των μυών του σφιγκτήρα και να εντοπιστούν πιθανές ανατομικές ανωμαλίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτούνται επιπλέον εξετάσεις για πιο λεπτομερή αξιολόγηση της λειτουργίας της ορθοθοπρωκτικής περιοχής. Μία από τις συχνότερα χρησιμοποιούμενες εξετάσεις είναι η ορθοπρωκτική μανομετρία, η οποία μετρά την πίεση και τον συντονισμό των μυών του ορθού και του πρωκτικού σφιγκτήρα τόσο σε κατάσταση ηρεμίας όσο και κατά την κένωση.

Απεικονιστικές εξετάσεις, όπως το ενδοπρωκτικό υπερηχογράφημα ή η μαγνητική τομογραφία, μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό πιθανών βλαβών των σφιγκτήρων. Επιπλέον, μπορεί να πραγματοποιηθούν εξετάσεις που αξιολογούν την αισθητικότητα του ορθού ή τη λειτουργία των νεύρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να χρειαστεί ενδοσκοπικός έλεγχος για τον αποκλεισμό φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, όγκων ή άλλων παθήσεων του παχέος εντέρου και του ορθού.

Θεραπεία

Η θεραπεία της ακράτειας κοπράνων εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία, τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενούς. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αρχικά εφαρμόζονται συντηρητικές μέθοδοι αντιμετώπισης. Οι διατροφικές αλλαγές αποτελούν σημαντικό μέρος της θεραπείας. Η αύξηση της πρόσληψης φυτικών ινών μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση των κενώσεων και στη βελτίωση της σύστασης των κοπράνων, διευκολύνοντας έτσι τον έλεγχο της αφόδευσης. Σε περιπτώσεις διάρροιας, μπορεί να χορηγηθούν φάρμακα που μειώνουν τη συχνότητα των κενώσεων και αυξάνουν τη συνοχή των κοπράνων.

Η αποκατάσταση των μυών του πυελικού εδάφους αποτελεί επίσης σημαντικό μέρος της θεραπείας. Ασκήσεις ενδυνάμωσης του πυελικού εδάφους, όπως οι ασκήσεις Kegel, μπορούν να βελτιώσουν τη δύναμη και τον συντονισμό των μυών που συμμετέχουν στον έλεγχο των κενώσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιείται βιοανάδραση (biofeedback), η οποία βοηθά τους ασθενείς να μάθουν να ελέγχουν καλύτερα τους μυς του πυελικού εδάφους και να βελτιώσουν την αισθητικότητα του ορθού.

Όταν οι συντηρητικές μέθοδοι δεν επαρκούν, μπορεί να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές. Η έγχυση ειδικών υλικών στον πρωκτικό σωλήνα μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της σύγκλεισης του πρωκτού. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις ενδέχεται να απαιτηθεί χειρουργική αποκατάσταση των σφιγκτήρων. Προηγμένες θεραπευτικές μέθοδοι, όπως η διέγερση των ιερών νεύρων, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση της νευρικής λειτουργίας και του ελέγχου των κενώσεων.

Παράλληλα με την ιατρική αντιμετώπιση, υποστηρικτικά μέτρα δύνανται να συμβάλουν σημαντικά στη βελτίωση της καθημερινότητας των ασθενών. Αυτά περιλαμβάνουν προγράμματα εκπαίδευσης του εντέρου, τη χρήση προστατευτικών επιθεμάτων και αλλαγές στον τρόπο ζωής που βοηθούν στη διατήρηση τακτικών κενώσεων. Με τη σωστή διάγνωση και την εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση, πολλοί ασθενείς μπορούν να παρουσιάσουν σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων και να ανακτήσουν την αυτοπεποίθησή τους στην καθημερινή ζωή.

Μετεωρισμός (Φούσκωμα)

Αιτίες / Διαφορική Διάγνωση

Σε γενικές γραμμές ο μετεωρισμός οφείλεται είτε σε αέρα που καταπίνουμε κατά τη λήψη του φαγητού είτε σε αέρια που παράγονται στο γαστρεντερικό σύστημα κατά τη διαδικασία της πέψης των τροφών. Επιπρόσθετα, σημαντικό ρόλο παίζει ο μεταβολισμός των τροφών από τη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου. Παραδείγματα τροφών που μπορεί να προκαλούν μετεωρισμό είναι τα αναψυκτικά, το λάχανο, το κρεμμύδι, η βρώμη, τα φασόλια, οι φακές και τα γαλακτοκομικά προϊόντα σε ανεπάρκεια λακτάσης. Σπανιότερα ο επίμονος μετεωρισμός μπορεί να οφείλεται σε οργανικά νοσήματα όπως η κοιλιοκάκη (δυσανεξία στη γλουτένη), η νόσος του Crohn, η εκκολπωματική νόσος του εντέρου, ο ασκίτης κ.ά. Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι τα συμπτώματα του μετεωρισμού εντείνονται σε περιπτώσεις που οι ασθενείς βρίσκονται κάτω από ψυχολογική πίεση (stress).

Διαγνωστική Προσπέλαση

Ο έλεγχος ξεκινάει με τη λήψη ενός λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού και τη φυσική εξέταση του ασθενούς ώστε να εντοπιστούν ευρήματα που παραπέμπουν σε οργανικά νοσήματα (π.χ. ασκίτης). Ακολουθούν εξειδικευμένες εξετάσεις όπως ο ορολογικός έλεγχος για την κοιλιοκάκη, ο έλεγχος του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού (π.χ. όταν συνυπάρχει δυσπεψία, επιγαστραλγία). Σε ένα τρίτο στάδιο μπορεί να απαιτηθεί ο ενδοσκοπικός έλεγχος του πεπτικού με γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση προς αποκλεισμό οργανικών νοσημάτων του γαστρεντερικού (π.χ.νεοπλάσματα του στομάχου ή του παχέος εντέρου).

Θεραπεία

Έχοντας αποκλείσει σοβαρά οργανικά νοσήματα (π.χ. κοιλιοκάκη), η αντιμετώπιση ξεκινάει με τον καθησυχασμό του ασθενούς για την καλοήθη φύση των συμπτωμάτων, που συχνά δημιουργούν άγχος και ανασφάλεια. Σε ένα επόμενο στάδιο δίνονται διαιτητικές οδηγίες, όπως η κατανάλωση μικρότερων γευμάτων, και γίνεται σύσταση για καλύτερο μάσημα της τροφής. Συχνά προτείνεται η αποφυγή του καπνίσματος και της κατανάλωσης ανθρακούχων αναψυκτικών ενώ συστήνεται και τακτική άσκηση. Κομβικό ρόλο μπορεί να έχει ενίοτε η εξειδικευμένη διαιτητική συμβουλευτική (όπως η αποφυγή γαλακτοκομικών προϊόντων σε ανεπάρκεια λακτάσης ή η δίαιτα χωρίς γλουτένη σε κοιλιοκάκη). Τέλος, όχι σπάνια χορηγούνται φαρμακευτικά σκευάσματα όπως προβιοτικά, σιμεθικόνη κ.ά., τα οποία μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση.

Δυσπεψία

Αίτια

Τα αίτια της δυσπεψίας είναι ποικίλα και μπορεί να περιλαμβάνουν τόσο οργανικές παθήσεις όσο και λειτουργικές διαταραχές του πεπτικού συστήματος. Μία από τις συχνότερες οργανικές αιτίες είναι η γαστρίτιδα, δηλαδή η φλεγμονή του γαστρικού βλεννογόνου, καθώς και το πεπτικό έλκος, το οποίο αφορά την παρουσία έλκους στο στομάχι ή στο δωδεκαδάκτυλο. Σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση των παθήσεων αυτών μπορεί να παίξει η λοίμωξη από το βακτήριο Helicobacter pylori, το οποίο αποικίζει το στομάχι και προκαλεί φλεγμονή του γαστρικού βλεννογόνου. Επιπλέον, η συχνή χρήση ορισμένων φαρμάκων, ιδιαίτερα των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ), μπορεί να ερεθίσει το στομάχι και να προκαλέσει δυσπεπτικά συμπτώματα. Άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνιση δυσπεψίας είναι οι διατροφικές συνήθειες, όπως η κατανάλωση λιπαρών τροφών, η υπερβολική κατανάλωση καφέ ή αλκοόλ και τα μεγάλα ή γρήγορα γεύματα. Παράλληλα, ψυχολογικοί παράγοντες όπως το άγχος, η έντονη ψυχική πίεση και η κόπωση μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος και να επιδεινώσουν τα συμπτώματα.

Διάγνωση

Η διάγνωση της δυσπεψίας βασίζεται αρχικά στη λεπτομερή λήψη ιατρικού ιστορικού και στην αξιολόγηση των συμπτωμάτων. Ο ιατρός διερευνά τη διάρκεια και τη συχνότητα των ενοχλημάτων, τη σχέση τους με τη λήψη τροφής και την παρουσία άλλων συμπτωμάτων όπως απώλεια βάρους, έμετοι ή δυσκολία στην κατάποση. Η κλινική εξέταση της κοιλιάς αποτελεί επίσης σημαντικό μέρος της αξιολόγησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως όταν υπάρχουν επίμονα ή «ανησυχητικά» συμπτώματα, μπορεί να χρειαστούν περαιτέρω εξετάσεις για να αποκλειστούν οργανικές παθήσεις. Η σημαντικότερη διαγνωστική εξέταση είναι η γαστροσκόπηση, η οποία επιτρέπει την άμεση επισκόπηση του οισοφάγου, του στομάχου και του δωδεκαδακτύλου και τη λήψη βιοψιών εάν χρειάζεται. Επιπλέον, μπορεί να πραγματοποιηθούν εξετάσεις για την ανίχνευση του H. pylori, είτε με τεστ αναπνοής, είτε με εξέταση αίματος ή βιοψία κατά τη γαστροσκόπηση. Ορισμένες φορές χρησιμοποιούνται επίσης αιματολογικές εξετάσεις ή απεικονιστικές μέθοδοι(υπερηχογράφημα ή αξονική κοιλίας) για τον αποκλεισμό άλλων παθήσεων του πεπτικού συστήματος.

Θεραπεία

Η θεραπεία της δυσπεψίας εξαρτάται από την αιτία που προκαλεί τα συμπτώματα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αλλαγές στον τρόπο ζωής και στις διατροφικές συνήθειες αποτελούν το πρώτο βήμα αντιμετώπισης. Συνιστάται η κατανάλωση μικρότερων και πιο συχνών γευμάτων, η αποφυγή λιπαρών ή πολύ πικάντικων τροφών, ο περιορισμός του καφέ και του αλκοόλ και η αποφυγή της κατάκλισης αμέσως μετά το φαγητό. Παράλληλα, η διαχείριση του στρες μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση των συμπτωμάτων. Από φαρμακευτικής πλευράς, συχνά χρησιμοποιούνται φάρμακα που μειώνουν την παραγωγή γαστρικού οξέος, όπως οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (π.χ. ομεπραζόλη). Εάν διαπιστωθεί λοίμωξη από Helicobacter pylori, εφαρμόζεται ειδική αντιβιοτική θεραπεία για την εκρίζωση του βακτηρίου. Σε περιπτώσεις λειτουργικής δυσπεψίας, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει επίσης φάρμακα που βελτιώνουν την κινητικότητα του στομάχου ή βοηθούν στη ρύθμιση της ευαισθησίας του γαστρεντερικού συστήματος. Με τη σωστή διάγνωση και την κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση, τα περισσότερα άτομα παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων και μπορούν να επιστρέψουν σε μια φυσιολογική καθημερινότητα.

Διάρροια

Αιτίες Διαφορική Διάγνωση

Τα αίτια ενός διαρροϊκού συνδρόμου ποικίλλουν και ταξινομούνται με βάση τον παθοφυσιολογικό μηχανισμό. Στην πρώτη κατηγορία συγκαταλέγονται φλεγμονώδεις διάρροιες που οφείλονται σε αίτια όπως είναι τα μικρόβια (π.χ. σαλμονέλα, ιογενείς γαστρεντερίτιδες κ.ά.), τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (Ν. Crohnκαι ελκώδης κολίτιδα), η μικροσκοπική κολίτιδα και πολύ σπανιότερα η ηωσινοφιλική γαστρεντερίτιδα.

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τα ωσμωτικά αίτια, όπου ωσμωτικώς δρώντα μόρια κατακρατούν νερό στο έντερο. Στην κατηγορία αυτή ανήκει η διάρροια που παρατηρείται σε ασθενείς με δυσανεξία στη λακτόζη όταν καταναλώνουν γαλακτοκομικά προϊόντα και η διάρροια που προκαλούν  τα ωσμωτικώς δρώντα καθαρτικά που χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία της κολονοσκόπησης.

Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν οι εκκριτικές διάρροιες, στις οποίες διάφορες ορμόνες ή τοξίνες προκαλούν την έκκριση νερού και ηλεκτρολυτών από το έντερο, όπως συμβαίνει με τη χολέρα ή την διάρροια που παρατηρείται σε ενδοκρινικούς όγκους όπως είναι το γαστρίνωμα και το VIPoma.

Στην τέταρτη κατηγορία ανήκει η στεατόρροια, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ικανής ποσότητας λίπους και από δύσοσμα επιπλέοντα κόπρανα. Συχνότερα παρατηρείται στην παγκρεατική ανεπάρκεια και το σύνδρομο βραχέος εντέρου, όπου η ελαττωματική πέψη και απορρόφηση του λίπους των τροφών οδηγεί σε αποβολή του με τα κόπρανα.

Τέλος,διάρροια παρατηρείται σε υπερκινητικές διαταραχές του γαστρεντερικού σωλήνα, όπου η αυξημένη κινητικότητα του εντέρου δεν επιτρέπει την ικανοποιητική απορρόφηση του ύδατος των κοπράνων και οδηγεί σε υδαρή κόπρανα. Στην κατηγορία αυτή ταξινομείται η διάρροια που παρατηρείται στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και στον υπερθυρεοειδισμό.

Διαγνωστική Προσπέλαση

Το ατομικό ιστορικό και η φυσική εξέταση παρέχουν, όπως πάντα, πολύτιμες πληροφορίες και κατευθύνουν τον διαγνωστικό έλεγχο. Η χρονική διάρκεια των συμπτωμάτων (οξεία vs. χρόνια διάρροια), συνοδά συμπτώματα (κοιλιακό άλγος, απώλεια βάρους κ.ά.), η πρόσμιξη αίματος ή λίπους στα κόπρανα, η επαφή με άτομα με ανάλογα συμπτώματα, πρόσφατη λήψη φαρμάκων, χειρουργικές επεμβάσεις, η χρόνια κατανάλωση οινοπνεύματος και άλλα, αποτελούν βασικές ερωτήσεις που κατευθύνουν τον θεράποντα ιατρό στην επιλογή των κατάλληλων εξετάσεων οι οποίες θα οδηγήσουν στη σωστή διάγνωση. Επί υποψίας λοιμώδους αιτίου ζητείται συνήθως γενική εξέταση και καλλιέργεια κοπράνων (π.χ. για σαλμονέλα, σιγκέλα και άλλα εντεροπαθογόνα). Η γενική εξέταση αίματος και ο έλεγχος της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) είναι κυρίως χρήσιμες επί υποψίας φλεγμονώδους τύπου διάρροιας, ενώ ο έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας (ουρία, κρεατινίνη) και των ηλεκτρολυτών (νάτριο, κάλιο) μπορεί να αναδείξει σημεία αφυδάτωσης και διαταραχών όπως παρατηρούνται σε μια οξεία κατάσταση. Ο έλεγχος της καλπροτεκτίνης κοπράνων βοηθάει κυρίως στη διαφοροδιάγνωση ήπιων χρόνιων συμπτωμάτων, όπως συμβαίνει σε πιθανή νόσο Crohn και συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου. Σε  χρόνια συμπτωματολογία ( συνήθως πάνω από 2 εβδομάδες) ζητείτε συχνά έλεγχος με γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση. Σπανιότερα μπορεί να ζητηθούν ειδικές ορμονολογικές εξετάσεις όπως ο έλεγχος της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) και της γαστρίνης. Η αξονική τομογραφία κοιλίας, η μαγνητική εντερογραφία και ο ενδοσκοπικός έλεγχος του λεπτού εντέρου με ενδοσκοπική κάψουλα είναι εξετάσεις που μπορούν κατά περίπτωση να ζητηθούν, ανάλογα με το κλινικό πρόβλημα, όταν η διάγνωση παραμένει μετά τον αρχικό έλεγχο ασαφής.

Θεραπεία

Η θεραπεία εξαρτάται πάντοτε από την υποκείμενη αιτία και θα πρέπει να εξατομικεύεται. Η επαρκής ενυδάτωση και η αναπλήρωση των ηλεκτρολυτών που χάνονται με τις διάρροιες θα πρέπει να διασφαλίζεται στις περιπτώσεις έντονων συμπτωμάτων, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς με μειωμένες εφεδρείες. Μπορεί να γίνει είτε από το στόμα, με ειδικά σκευάσματα που πωλούνται στο εμπόριο, είτε σε σοβαρότερες περιπτώσεις ενδοφλεβίως, όταν η από του στόματος χορήγηση δεν είναι δυνατή ή επαρκής. Η χρήση αντιδιαρροϊκών σκευασμάτων (π.χ. Imodium) ενδείκνυται  για τη συμπτωματική αντιμετώπιση ήπιων ενοχλημάτων και τη βελτίωση της λειτουργικότητας των ασθενών. Πολλά οξέα διαρροϊκά σύνδρομα αφορούν αυτοπεριοριζόμενες ιογενείς ή μικροβιακές λοιμώξεις και δεν χρήζουν χορήγησης αντιβιοτικών. Ωστόσο σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. λοίμωξη από Cl. Difficile),σε ηλικιωμένους ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική αγωγή ενδείκνυται η χορήγηση ειδικής αντιβιοτικής αγωγής. Τέλος, αναλόγως της υποκείμενης αιτίας μπορεί να απαιτηθούν κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά (π.χ. βιολογικοί παράγοντες σε ελκώδη κολίτιδα) ή ακόμα και χειρουργική παρέμβαση σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. αφαίρεση νευροενδοκρινών όγκων).

Διαταραχή ηπατικής βιοχημίας

Αίτια

Οι αιτίες των παθολογικών ηπατικών δοκιμασιών είναι πολλές και ποικίλες. Μία από τις συχνότερες αιτίες είναι η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος,  η οποία σχετίζεται με την αυξημένη εναπόθεση λίπους στο ήπαρ και συχνά συνδέεται με παχυσαρκία, σακχαρώδη διαβήτη και μεταβολικό σύνδρομο. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ μπορεί επίσης να προκαλέσει βλάβη στο ήπαρ και να οδηγήσει ακόμα και σε ηπατική κίρρωση. Επιπλέον, λοιμώξεις από ηπατοτρόπους ιούς όπως ο ιοί της ηπατίτιδας Α, B και C δύνανται να προκαλέσουν φλεγμονή του ήπατος και αύξηση των ηπατικών ενζύμων. Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν τη λήψη ορισμένων φαρμάκων ή συμπληρωμάτων που μπορεί να έχουν ηπατοτοξική δράση, αυτοάνοσα νοσήματα του ήπατος, γενετικές μεταβολικές διαταραχές, καθώς και αποφρακτικές παθήσεις των χοληφόρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τιμές μπορεί να αυξηθούν παροδικά χωρίς να υποδηλώνουν σοβαρή νόσο, για παράδειγμα μετά από έντονη σωματική άσκηση ή παροδική λοίμωξη.

Διάγνωση

Η διερεύνηση των παθολογικών ηπατικών δοκιμασιών ξεκινά με λεπτομερή λήψη ιατρικού ιστορικού και κλινική εξέταση. Ο ιατρός αξιολογεί παράγοντες όπως η κατανάλωση αλκοόλ, η χρήση φαρμάκων ή συμπληρωμάτων, το οικογενειακό ιστορικό ηπατικών παθήσεων και η παρουσία συμπτωμάτων όπως κόπωση, ίκτερος ή κοιλιακό άλγος. Στη συνέχεια πραγματοποιούνται επαναληπτικές αιματολογικές εξετάσεις για επιβεβαίωση των ευρημάτων και περαιτέρω εξειδικευμένες εξετάσεις για τον εντοπισμό της αιτίας. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν ορολογικές εξετάσεις για ιογενείς ηπατίτιδες, ανοσολογικούς δείκτες για αυτοάνοσα νοσήματα και μεταβολικές εξετάσεις. Οι απεικονιστικές μέθοδοι παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στη διερεύνηση, με πιο συχνά χρησιμοποιούμενη μέθοδο το υπερηχογράφημα κοιλίας, το οποίο επιτρέπει την αξιολόγηση της μορφολογίας του ήπατος και των χοληφόρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να χρειαστούν πιο εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως αξονική ή μαγνητική τομογραφία, ενώ σπανιότερα απαιτείται βιοψία ήπατος για την ακριβή εκτίμηση της βλάβης.

Θεραπεία

Η θεραπευτική αντιμετώπιση των παθολογικών ηπατικών δοκιμασιών εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία που τις προκαλεί. Σε πολλές περιπτώσεις, η αντιμετώπιση επικεντρώνεται σε αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως η απώλεια βάρους, η υιοθέτηση υγιεινής διατροφής και η τακτική σωματική άσκηση, ιδιαίτερα όταν η αιτία είναι η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος. Η αποφυγή ή ο περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ αποτελεί επίσης βασικό μέτρο προστασίας του ήπατος. Εάν τα παθολογικά ευρήματα σχετίζονται με φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να χρειαστεί διακοπή ή τροποποίηση του φαρμάκου σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό. Στις περιπτώσεις ιογενούς ηπατίτιδας μπορεί να απαιτείται ειδική αντιική θεραπεία, ενώ σε αυτοάνοσες παθήσεις χρησιμοποιούνται ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Η τακτική ιατρική παρακολούθηση και η επανάληψη των εξετάσεων είναι σημαντικές για την αξιολόγηση της πορείας της νόσου και της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή αντιμετώπιση μπορούν να οδηγήσουν σε ομαλοποίηση των εξετάσεων και στη διατήρηση της καλής λειτουργίας του ήπατος.

logo

Επικοινωνία

Ιατρείο:

Σεβαστουπόλεως 92-94, Αμπελόκηποι 115 26 (Μετρό Πανόρμου)

phone 210 6985400
phone 6980 739726
email michpapadom@yahoo.gr

Copyright © 2024 Papadomichelakis. All rights reserved. Web Design by CnC Tech Digital Agency.