Αιτίες Διαφορική Διάγνωση
Τα αίτια ενός διαρροϊκού συνδρόμου ποικίλλουν και ταξινομούνται με βάση τον παθοφυσιολογικό μηχανισμό. Στην πρώτη κατηγορία συγκαταλέγονται φλεγμονώδεις διάρροιες που οφείλονται σε αίτια όπως είναι τα μικρόβια (π.χ. σαλμονέλα, ιογενείς γαστρεντερίτιδες κ.ά.), τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (Ν. Crohnκαι ελκώδης κολίτιδα), η μικροσκοπική κολίτιδα και πολύ σπανιότερα η ηωσινοφιλική γαστρεντερίτιδα.
Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τα ωσμωτικά αίτια, όπου ωσμωτικώς δρώντα μόρια κατακρατούν νερό στο έντερο. Στην κατηγορία αυτή ανήκει η διάρροια που παρατηρείται σε ασθενείς με δυσανεξία στη λακτόζη όταν καταναλώνουν γαλακτοκομικά προϊόντα και η διάρροια που προκαλούν τα ωσμωτικώς δρώντα καθαρτικά που χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία της κολονοσκόπησης.
Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν οι εκκριτικές διάρροιες, στις οποίες διάφορες ορμόνες ή τοξίνες προκαλούν την έκκριση νερού και ηλεκτρολυτών από το έντερο, όπως συμβαίνει με τη χολέρα ή την διάρροια που παρατηρείται σε ενδοκρινικούς όγκους όπως είναι το γαστρίνωμα και το VIPoma.
Στην τέταρτη κατηγορία ανήκει η στεατόρροια, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ικανής ποσότητας λίπους και από δύσοσμα επιπλέοντα κόπρανα. Συχνότερα παρατηρείται στην παγκρεατική ανεπάρκεια και το σύνδρομο βραχέος εντέρου, όπου η ελαττωματική πέψη και απορρόφηση του λίπους των τροφών οδηγεί σε αποβολή του με τα κόπρανα.
Τέλος,διάρροια παρατηρείται σε υπερκινητικές διαταραχές του γαστρεντερικού σωλήνα, όπου η αυξημένη κινητικότητα του εντέρου δεν επιτρέπει την ικανοποιητική απορρόφηση του ύδατος των κοπράνων και οδηγεί σε υδαρή κόπρανα. Στην κατηγορία αυτή ταξινομείται η διάρροια που παρατηρείται στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και στον υπερθυρεοειδισμό.
Διαγνωστική Προσπέλαση
Το ατομικό ιστορικό και η φυσική εξέταση παρέχουν, όπως πάντα, πολύτιμες πληροφορίες και κατευθύνουν τον διαγνωστικό έλεγχο. Η χρονική διάρκεια των συμπτωμάτων (οξεία vs. χρόνια διάρροια), συνοδά συμπτώματα (κοιλιακό άλγος, απώλεια βάρους κ.ά.), η πρόσμιξη αίματος ή λίπους στα κόπρανα, η επαφή με άτομα με ανάλογα συμπτώματα, πρόσφατη λήψη φαρμάκων, χειρουργικές επεμβάσεις, η χρόνια κατανάλωση οινοπνεύματος και άλλα, αποτελούν βασικές ερωτήσεις που κατευθύνουν τον θεράποντα ιατρό στην επιλογή των κατάλληλων εξετάσεων οι οποίες θα οδηγήσουν στη σωστή διάγνωση. Επί υποψίας λοιμώδους αιτίου ζητείται συνήθως γενική εξέταση και καλλιέργεια κοπράνων (π.χ. για σαλμονέλα, σιγκέλα και άλλα εντεροπαθογόνα). Η γενική εξέταση αίματος και ο έλεγχος της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) είναι κυρίως χρήσιμες επί υποψίας φλεγμονώδους τύπου διάρροιας, ενώ ο έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας (ουρία, κρεατινίνη) και των ηλεκτρολυτών (νάτριο, κάλιο) μπορεί να αναδείξει σημεία αφυδάτωσης και διαταραχών όπως παρατηρούνται σε μια οξεία κατάσταση. Ο έλεγχος της καλπροτεκτίνης κοπράνων βοηθάει κυρίως στη διαφοροδιάγνωση ήπιων χρόνιων συμπτωμάτων, όπως συμβαίνει σε πιθανή νόσο Crohn και συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου. Σε χρόνια συμπτωματολογία ( συνήθως πάνω από 2 εβδομάδες) ζητείτε συχνά έλεγχος με γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση. Σπανιότερα μπορεί να ζητηθούν ειδικές ορμονολογικές εξετάσεις όπως ο έλεγχος της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) και της γαστρίνης. Η αξονική τομογραφία κοιλίας, η μαγνητική εντερογραφία και ο ενδοσκοπικός έλεγχος του λεπτού εντέρου με ενδοσκοπική κάψουλα είναι εξετάσεις που μπορούν κατά περίπτωση να ζητηθούν, ανάλογα με το κλινικό πρόβλημα, όταν η διάγνωση παραμένει μετά τον αρχικό έλεγχο ασαφής.
Θεραπεία
Η θεραπεία εξαρτάται πάντοτε από την υποκείμενη αιτία και θα πρέπει να εξατομικεύεται. Η επαρκής ενυδάτωση και η αναπλήρωση των ηλεκτρολυτών που χάνονται με τις διάρροιες θα πρέπει να διασφαλίζεται στις περιπτώσεις έντονων συμπτωμάτων, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς με μειωμένες εφεδρείες. Μπορεί να γίνει είτε από το στόμα, με ειδικά σκευάσματα που πωλούνται στο εμπόριο, είτε σε σοβαρότερες περιπτώσεις ενδοφλεβίως, όταν η από του στόματος χορήγηση δεν είναι δυνατή ή επαρκής. Η χρήση αντιδιαρροϊκών σκευασμάτων (π.χ. Imodium) ενδείκνυται για τη συμπτωματική αντιμετώπιση ήπιων ενοχλημάτων και τη βελτίωση της λειτουργικότητας των ασθενών. Πολλά οξέα διαρροϊκά σύνδρομα αφορούν αυτοπεριοριζόμενες ιογενείς ή μικροβιακές λοιμώξεις και δεν χρήζουν χορήγησης αντιβιοτικών. Ωστόσο σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. λοίμωξη από Cl. Difficile),σε ηλικιωμένους ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική αγωγή ενδείκνυται η χορήγηση ειδικής αντιβιοτικής αγωγής. Τέλος, αναλόγως της υποκείμενης αιτίας μπορεί να απαιτηθούν κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά (π.χ. βιολογικοί παράγοντες σε ελκώδη κολίτιδα) ή ακόμα και χειρουργική παρέμβαση σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. αφαίρεση νευροενδοκρινών όγκων).