Επεμβάσεις
Επεμβάσεις
Η έγκαιρη διάγνωση και η ενδοσκοπική θεραπεία μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας, νοσηλείας και θνησιμότητας.
Η ενδοσκοπική θεραπεία των κιρσών εφαρμόζεται όταν οι ασθενείς παρουσιάζουν αιμορραγία από το ανώτερο πεπτικό σύστημα, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με αιματέμεση, μαύρα κόπρανα (μέλαινα) ή αναιμία. Σε πολλούς ασθενείς οι κιρσοί δεν προκαλούν εμφανή συμπτώματα πριν την πρώτη αιμορραγία, γι’ αυτό και η μέθοδος μπορεί να εφαρμόζεται και προληπτικά σε ασθενείς υψηλού κινδύνου με γνωστή ηπατική νόσο και εντοπισμένους κιρσούς που εμφανίζουν ύποπτα σημεία πιθανής αιμορραγίας στο εγγύς μέλλον.
Η βασικές ενδοσκοπικές τεχνικές που εφαρμόζονται είναι η περίδεση των κιρσών (band ligation) με ειδικούς ελαστικούς δακτυλίους και η σκληροθεραπεία. Στην περίδεση, μικρά ελαστικά δακτυλίδια τοποθετούνται γύρω από τους κιρσούς για να σταματήσει ή να προληφθεί η αιμορραγία. Στη σκληροθεραπεία, ειδικά φάρμακα (π.χ. κυανοακρυλικό) εγχέονται στους κιρσούς για να προκαλέσουν σκληρυντική αντίδραση και απόφραξη των κιρσών. Η διαδικασία εκτελείται με μέθη και είναι γενικά ασφαλής, με σύντομο χρόνο αποκατάστασης για τον ασθενή. Οι ασθενείς επανενδοσκοπούνται σε σύντομο (συνήθως 2-4 εβδομάδες) διάστημα για να εκτιμηθεί το αποτέλεσμα της επέμβασης, ενώ μπορεί να χρειαστούν επαναληπτικές συνεδρίες για να επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Η επέμβαση συνιστάται όταν η στοματική σίτιση είναι ανεπαρκής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 2-3 εβδομάδων, καθώς η έγκαιρη τοποθέτηση PEG μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής και τη διατροφική κατάσταση του ασθενούς.
Η διάγνωση και η τοποθέτηση PEG γίνονται με τη χρήση γαστροσκοπίου, που επιτρέπει την ακριβή επιλογή του σημείου εισόδου στο στομάχι και την ασφαλή τοποθέτηση του σωλήνα. Η διαδικασία εκτελείται συνήθως υπό μέθη και τοπική αναισθησία, διαρκεί λίγα λεπτά και είναι σχετικά ανώδυνη. Ο σωλήνας PEG μπορεί να χρησιμοποιηθεί για χορήγηση θρεπτικών υγρών, φαρμάκων ή ενυδάτωσης, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς.
Η παρακολούθηση μετά την τοποθέτηση της PEG περιλαμβάνει τακτικό καθαρισμό του σωλήνα, αξιολόγηση της διατροφικής κατάστασης και παρακολούθηση για πιθανές επιπλοκές όπως μόλυνση ή απόφραξη του σωλήνα. Συνήθως συστήνεται αντικατάσταση του σωλήνα κάθε 3-4 μήνες. Η PEG αποτελεί μια ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο μακροχρόνιας διατροφικής υποστήριξης, προσφέροντας βελτίωση της υγείας, μείωση των επιπλοκών του υποσιτισμού και βελτίωση της ποιότητας ζωής σε ασθενείς που δεν μπορούν να τραφούν φυσιολογικά από το στόμα.
Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται για τη διάγνωση παθήσεων του λεπτού εντέρου, όπως η αιμορραγία αγνώστου αιτίoλογίας μετά από αρνητική γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση, οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (νόσος Crohn), όγκοι ή πολύποδες, προσφέροντας μοναδική οπτική πρόσβαση σε περιοχές που δεν φαίνονται με παραδοσιακή ενδοσκόπηση.
Οι κυριότερες ενδείξεις διενέργειας ενδοσκόπησης με κάψουλα είναι σε ασθενείς με χρόνια αδιευκρίνιστη διάρροια, κοιλιακό πόνο, αναιμία λόγω απώλειας αίματος ή οξεία αιμορραγία από το πεπτικό σύστημα. Ειδικά σε περιπτώσεις αιμορραγίας που οι παραδοσιακές μέθοδοι, όπως η κολονοσκόπηση ή η γαστροσκόπηση, δεν εντοπίζουν την αιτία, η κάψουλα προσφέρει αξιόπιστη και αναλυτική απεικόνιση του λεπτού εντέρου. Η μέθοδος είναι ανώδυνη και ασφαλής, γεγονός που την καθιστά ιδανική για ασθενείς που θέλουν ή πρέπει να αποφύγουν πιο επεμβατικές εξετάσεις (π.χ. εντεροσκόπηση).
Ο ασθενής καταπίνει την κάψουλα μετά από 24ωρη νηστεία και ειδική προετοιμασία με καθαρτικά, ώστε να ληφθούν καθαρές εικόνες του εσωτερικού του λεπτού εντέρου. Η καταγραφή διαρκεί συνήθως περίπου 6-10 ώρες. Σε αυτό το διάστημα οι ασθενείς μπορούν να κάνουν απλές καθημερινές δραστηριότητες (π.χ. περπάτημα). Οι εικόνες καταγράφονται σε φορητή συσκευή και αναλύονται σε δεύτερο χρόνο από τον γιατρό για τεθεί η ακριβής διάγνωση του προβλήματος και να σχεδιαστεί η θεραπεία.
Το τεστ αυτό αποτελεί μία από τις πιο αξιόπιστες εξετάσεις για την ανίχνευση του H. pylori, χωρίς να απαιτείται ενδοσκόπηση ή λήψη βιοψίας.
Η διάγνωση με τεστ αναπνοής H. pylori εφαρμόζεται όταν ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα γαστρίτιδας όπως πόνο ή καύσο στο στομάχι, δυσπεψία, ναυτία, έμετο ή αίσθημα φουσκώματος. Είναι επίσης χρήσιμο σε ασθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους ή οικογενειακό ιστορικό γαστρικού καρκίνου, καθώς η έγκαιρη ανίχνευση του βακτηρίου επιτρέπει την άμεση θεραπεία και την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών. Το τεστ αναπνοής είναι κατάλληλο για ενήλικες και παιδιά και μπορεί να επαναληφθεί για την αξιολόγηση της επιτυχίας της θεραπείας εκρίζωσης του H. pylori.
Η διαδικασία του τεστ αναπνοής είναι απλή και ανώδυνη. Για την προετοιμασία απαιτείται νηστεία 6 ωρών. Επίσης δεν θα πρέπει να έχουν ληφθεί αντιβιοτικά για τουλάχιστον 4 εβδομάδες και φάρμακα για το στομάχι (π.χ. ομεπραζόλη, εσομεπραζόλη) για 2 εβδομάδες πριν την εξέταση.Ο ασθενής εκπνέει σε μια ειδική συσκευή πριν και μετά την κατάποση ενός ειδικού διαλύματος που περιέχει ουρία. Η διαδικασία διαρκεί περίπου 30 λεπτά. Εάν υπάρχει λοίμωξη από H. pylori, το βακτήριο διασπά την ουσία και απελευθερώνει σημασμένο διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο ανιχνεύεται στην αναπνοή. Το αποτέλεσμα της εξέτασης αποστέλλεται συνήθως σε 2-3 εργάσιμες ημέρες.
Η ERCP ενδείκνυται κυρίως σε απόφραξη των χοληφόρων όπως είναι η χοληδοχολιθίαση, καλοήθεις στενώσεις των χοληφόρων (π.χ. μετά από χολοκυστεκτομή, χρόνια παγκρεατίτιδα) και ο αποφρακτικός ίκτερος στα πλαίσια κακοήθειας όπως είναι ο καρκίνος της κεφαλής του παγκρέατος και το χολαγγειοκαρκίνωμα. Χρησιμοποιείται επίσης σε περιπτώσεις τραυματισμού των χοληφόρων και διαφυγής χολής μετά από επεμβάσεις χολοκυστεκτομής. Τέλος, σε σπανιότερες περιπτώσεις είναι δυνατή η χολαγγειοσκόπηση, η άμεση δηλαδή ενδοσκόπηση των χοληφόρων πόρων με τη χρήση ενός πολύ λεπτού ενδοσκοπίου στον χοληδόχο πόρο με στόχο τη λιθοτριψία μεγάλων λίθων και τη λήψη βιοψιών από στενώσεις ασαφούς αιτιολογίας. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η ERCP δεν χρησιμοποιείται πλέον ως πρώτη διαγνωστική μέθοδος, λόγω δυνητικών σοβαρών επιπλοκών (όπως οξεία παγκρεατίτιδα). Συνήθως προηγούνται μη παρεμβατικές εξετάσεις όπως η MRCP και το ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα (EUS).
Η ERCP έχει σήμερα σχεδόν αποκλειστικά θεραπευτικές εφαρμογές. Οι κυριότερες είναι η αφαίρεση λίθων από τον χοληδόχο πόρο, η σφιγκτηροτομή (διατομή του σφιγκτήρα του Oddi) για τη διευκόλυνση της εξαγωγής των χολολίθων και τη βελτίωση της παροχέτευσης της χολής, η τοποθέτηση stent σε καλοήθεις ή κακοήθεις αποφράξεις του χοληδόχου πόρου, η διαστολή στενώσεων και η λήψη κυτταρολογικού υλικού ή βιοψίας από περιοχές ύποπτες για κακοήθεια.
Η ERCP είναι πολύ χρήσιμη αλλά συνοδεύεται σπάνια (<5-10%) από σημαντικές επιπλοκές, μερικές από τις οποίες μπορεί να είναι πολύ σοβαρές. Οι κυριότερες είναι η οξεία παγκρεατίτιδα, η αιμορραγία μετά από σφιγκτηροτομή, η διάτρηση του δωδεκαδακτύλου ή των χοληφόρων, λοιμώξεις των χοληφόρων πόρων (χολαγγειίτιδα) καθώς και καρδιοαναπνευστικές επιπλοκές που σχετίζονται με την αναισθησία. Γι’ αυτούς τους λόγους η εξέταση θα πρέπει να διενεργείται μόνο από έμπειρους ενδοσκόπους και σε ασθενείς που υπάρχει σαφής ένδειξη.
Η ενδοσκοπική πολυποδεκτομή είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική μέθοδος πρόληψης του καρκίνου του παχέος εντέρου, καθώς η αφαίρεση των πολυπόδων εμποδίζει την εξέλιξή τους σε καρκίνο. Επιπρόσθετα, ορισμένες πρώιμες μορφές καρκίνου (καρκίνωμα insitu) είναι δυνατόν να θεραπευθούν με ενδοσκοπική πολυποδεκτομή απαλλάσσοντας τους ασθενείς από μια χειρουργική επέμβαση.
Η διάγνωση και αφαίρεση των πολυπόδων πραγματοποιείται με τη χρήση του ενδοσκοπίου, που επιτρέπει την άμεση εντόπιση του πολύποδα και την ασφαλή αφαίρεσή του με ειδικά εργαλεία, όπως βρόχοι πολυποδεκτομής ή λαβίδες βιοψίας. Οι αφαιρεθέντες πολύποδες αποστέλλονται για ιστολογική εξέταση, ώστε να διαπιστωθεί η φύση τους και να καθοριστεί η ανάγκη μελλοντικής παρακολούθησης. Η διαδικασία είναι ανώδυνη, εκτελείται με μέθη και διαρκεί, ανάλογα με τον αριθμό και το μέγεθος των πολυπόδων, συνήθως λιγότερο από μία ώρα. Δυνητικές επιπλοκές της πολυποδεκτομής, που συμβαίνουν σπάνια (<1%), είναι η αιμορραγία και το σύνδρομο μετά από πολυποδεκτομή (κοιλιακό άλγος και πυρετός), τα οποία αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Εξαιρετικά σπάνια επιπλοκή αποτελεί η διάτρηση, που ενδεχομένως να χρειαστεί να αντιμετωπιστεί με χειρουργική επέμβαση.
Η παρακολούθηση μετά την αφαίρεση των πολυπόδων εξαρτάται από τα ευρήματα. Οι ασθενείς παρακολουθούνται με τακτικές κολονοσκοπήσεις, συνήθως ανά 1-10 χρόνια ανάλογα με τα ευρήματα, δηλαδή τον αριθμό και τον βαθμό δυσπλασίας ή εξαλλαγής των πολυπόδων, την ηλικία του ατόμου καθώς και την ποιότητα της εντερικής προετοιμασίας.
Η προληπτική κολονοσκόπηση, που θα πρέπει να ξεκινάει από την ηλικία των 45-50 ετών σε ασθενείς χωρίς συμπτώματα, αποτελεί ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο πρόληψης του καρκίνου του παχέος εντέρου.
Η ενδοσκοπική αιμόσταση εφαρμόζεται τόσο σε επείγουσες καταστάσεις όσο και σε χρόνιες λανθάνουσες αιμορραγίες, μειώνοντας τον κίνδυνο σοβαρής απώλειας αίματος και την ανάγκη για χειρουργική επέμβαση.
Η ενδοσκοπική αιμόσταση ενδείκνυται όταν ο ασθενής εμφανίζει αιμορραγία από το πεπτικό σύστημα, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με αιματέμεση, μαύρα (μέλαινα) ή αιματηρά κόπρανα. Άλλα συμπτώματα που οδηγούν στην εξέταση λόγω χρόνιας λανθάνουσας απώλειας αίματος και αναιμίας περιλαμβάνουν ζάλη, αδυναμία και εύκολη κόπωση.
Οι σημαντικότερες βλάβες που μπορεί να εκδηλωθούν με οξεία ή χρόνια αιμορραγία από το πεπτικό σύστημα περιλαμβάνουν πεπτικά έλκη, αγγειοδυσπλασίες, μεγάλους πολύποδες, εξελκωμένους όγκους, τους γαστροοισοφαγικούς κιρσούς και τα εκκολπώματα του παχέος εντέρου.
Η διάγνωση και θεραπεία των αιμορραγιών του γαστρεντερικού πραγματοποιείται με τη χρήση ενδοσκοπίων, που επιτρέπουν την άμεση αναγνώριση του αιμορραγούντος σημείου. Ο γιατρός μπορεί να χρησιμοποιήσει διάφορες τεχνικές, ανάλογα κάθε φορά με τη βλάβη που συναντά, όπως έγχυση φαρμάκων (π.χ. αδρεναλίνη) με λεπτή βελόνα, εφαρμογή αιμοστατικών clips, θερμική αιμόσταση με ειδικά εργαλεία ή ψεκασμό με αιμοστατική πούδρα. Η διαδικασία είναι ασφαλής, εκτελείται με μέθη και διαρκεί λίγα λεπτά, ανάλογα πάντα με την έκταση και την βαρύτητα της αιμορραγίας.
Η μέθοδος αυτή επιτρέπει στον γαστρεντερολόγο να εξετάσει αλλοιώσεις στο τοίχωμα του οισοφάγου, του στομάχου και του δωδεκαδακτύλου καθώς και στο πάγκρεας και τον χοληδόχο πόρο,με λεπτομέρεια (<5mm) που καμία άλλη μέθοδος (όπως η αξονική και η μαγνητική τομογραφία) δεν μπορεί να επιτύχει.
Οι συνηθέστερες ενδείξεις του ενδοσκοπικού υπερηχογραφήματος είναι η διάγνωση κακοήθειας στο πάγκρεας, η σταδιοποίηση του καρκίνου του οισοφάγου, του στομάχου και του ορθού, η διάγνωση της χοληδοχολιθίασης και η ταυτοποίηση των υποβλεννογόνιων όγκων στο ανώτερο πεπτικό σύστημα. Κυστικές βλάβες στο πάγκρεας, λήψη υλικού για ιστολογική εξέταση από διογκωμένους λεμφαδένες ή ασαφείς μεσοθωρακικές ή ενδοκοιλιακές μάζες και η διερεύνηση ασθενών με υποτροπιάζοντα επεισόδια παγκρεατίτιδας αποτελούν περαιτέρω ενδείξεις διενέργειας EUS. Τέλος, σε εξειδικευμένα κέντρα είναι δυνατή η παροχέτευση παγκρεατικών ψευδοκύστεων, η παροχέτευση αποστημάτων, η νευρόλυση του κοιλιακού πλέγματος, η θεραπεία των γαστρικών κιρσών και η τοποθέτηση γαστρονηστιδοστομίας.
Η διάγνωση με ενδοσκοπικό υπερηχογράφο είναι ακριβής και ασφαλής. Ο γιατρός χρησιμοποιεί ένα εύκαμπτο ενδοσκόπιο με ενσωματωμένη κεφαλή υπερήχων, το οποίο εισάγεται μέσω του στόματος στο ανώτερο πεπτικό σύστημα. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, τα υπό εξέταση όργανα ελέγχονται για πιθανές αλλοιώσεις (όπως και με το κλασικό υπερηχογράφημα) και επιπλέον μπορεί με τη χρήση μιας λεπτής βελόνας να ληφθεί υλικό για κυτταρολογική ή ιστολογική εξέταση, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα,σε ασθενείς με ύποπτους όγκους στο πάγκρεας. Η προετοιμασία περιλαμβάνει νηστεία για 8 ώρες, διακοπή ενδεχόμενης αντιπηκτικής αγωγής και αξιολόγηση της γενικής κατάστασης της υγείας του ασθενούς. Η διαδικασία πραγματοποιείται πάντα με μέθη για άνεση και ασφάλεια και διαρκεί συνήθως, ανάλογα με την ένδειξη, 30-60 λεπτά.
Μετά την εξέταση οι ασθενείς παραμένουν για παρακολούθηση στην αίθουσα ανάνηψης για περίπου μισή ώρα και κατόπιν ενημερώνονται για τα αποτελέσματα της εξέτασης. Τυχόν αποτελέσματα βιοψιών ανακοινώνονται στον ασθενή σε δεύτερο χρόνο, όταν σταλούν από το παθολογοανατομικό εργαστήριο. Συνήθως οι ασθενείς μπορούν να σιτιστούν με ελαφρά δίαιτα για το επόμενο 12ωρο και κατόπιν ελεύθερα. Η οδήγηση απαγορεύεται για 6 ώρες μετά την εξέταση λόγω της επίδρασης της μέθης.
Η κολονοσκόπηση πραγματοποιείται με τη χρήση ενός εύκαμπτου σωλήνα με ενσωματωμένη κάμερα, που δίνει ακριβή εικόνα του εσωτερικού του εντέρου και επιτρέπει τη λήψη βιοψιών ή την αφαίρεση πολυπόδων κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
Η κολονοσκόπηση ενδείκνυται όταν ο ασθενής παρουσιάζει αιμορραγία από το ορθό, αναιμία, χρόνια διάρροια, κοιλιακό πόνο, ανεξήγητη απώλεια βάρους ή αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου. Ακόμη, η εξέταση συνιστάται προληπτικά σε άτομα άνω των 50 ετών ή σε όσους έχουν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παχέος εντέρου, καθώς η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να σώσει ζωές. Η κολονοσκόπηση θεωρείται η πιο αξιόπιστη μέθοδος για την ανακάλυψη πρώιμων αλλοιώσεων (πολυπόδων) που μπορούν να εξελιχθούν σε καρκίνο.
Η κολονοσκόπηση είναι σύντομη και ασφαλής εξέταση. Διαρκεί συνήθως περί τα 20-30 λεπτά. Ιδιαίτερη βαρύτητα θα πρέπει να δίδεται στην προετοιμασία του εντέρου. Συνήθως συστήνεται δίαιτα χαμηλού υπολείμματος για 5 ημέρες και ακολουθεί σχολαστικός καθαρισμός με καθαρτικά φάρμακα την παραμονή της εξέτασης. Προ της εξέτασης τοποθετείται φλεβοκαθετήρας διαμέσου του οποίου χορηγούνται τα φάρμακα της μέθης, ώστε η εξέταση να είναι ανώδυνη και εύκολα ανεκτή. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης το κολονοσκόπιο προωθείται μέχρι το τέλος του παχέος εντέρου (τυφλό) και το έντερο ελέγχεται για τυχόν παθολογικά ευρήματα όπως πολύποδες ή καρκίνος. Ταυτόχρονα είναι δυνατή η λήψη βιοψιών για ιστολογική εξέταση καθώς και η αφαίρεση πολυπόδων. Με το πέρας της εξέτασης χορηγείται αντίδοτο για να αναστραφεί η δράση των φαρμάκων της μέθης και ο ασθενής παραμένει στην αίθουσα ανάνηψης για 10-15 λεπτά προκειμένου να ξυπνήσει πλήρως.
Ακολουθεί ενημέρωση του ασθενούς για τυχόν σημαντικά ευρήματα από την εξέταση και συζήτηση για τους επόμενους θεραπευτικούς χειρισμούς. Ο ασθενής μπορεί να φάει συνήθως ελεύθερα μισή με μία ώρα μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης. Η οδήγηση απαγορεύεται για 6 ώρες λόγω των μειωμένων αντανακλαστικών που προκαλεί η μέθη. Τα αποτελέσματα τυχόν βιοψιών που ελήφθησαν ανακοινώνονται στον ασθενή σε δεύτερο χρόνο, όταν αποσταλούν από το παθολογοανατομικό εργαστήριο, συνήθως σε διάστημα 2 εβδομάδων.
Η γαστροσκόπηση πραγματοποιείται με τη χρήση ενός λεπτού (περίπου 8-10mm), εύκαμπτου σωλήνα (γαστροσκόπιο) με μία ενσωματωμένη κάμερα, που μεταφέρει την εικόνα από το εσωτερικό του οργανισμού σε μεγέθυνση, επιτρέποντας στον ιατρό να εκτιμήσει την ακριβή εικόνα της κατάστασης του ανώτερου πεπτικού συστήματος.
Η γαστροσκόπηση βοηθά στην αξιολόγηση πολλών συμπτωμάτων από το ανώτερο πεπτικό όπως πόνος στο στομάχι, δυσπεψία, αίσθημα καύσου, δυσκολία στην κατάποση, ναυτία ή έμετος, καθώς και ανεξήγητη απώλεια βάρους ή αίμα στα κόπρανα. Είναι επίσης απαραίτητη σε ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό γαστρικού καρκίνου, καθώς μπορεί να εντοπίσει πρώιμες αλλοιώσεις και να προλάβει σοβαρές επιπλοκές. Τέλος, παίζει σημαντικό ρόλο στη διερεύνηση της σιδηροπενικής ή μεγαλοβλαστικής αναιμίας, για έλεγχο πιθανής δυσαπορρόφησης του σιδήρου ή της βιταμίνης Β12, στη διάγνωση της αυτοάνοσης γαστρίτιδας, της κοιλιοκάκης ή για τον έλεγχο χρόνιας λανθάνουσας απώλειας αίματος.
Η γαστροσκόπηση είναι σύντομη και ασφαλής εξέταση. Διαρκεί συνήθως περί τα 10-15 λεπτά. Η προετοιμασία περιλαμβάνει νηστεία για 6-8 ώρες πριν από την εξέταση και ενδεχομένως τη διακοπή ορισμένων φαρμάκων (π.χ. αντιπηκτικών). Στον εξεταζόμενο ασθενή τοποθετείται ένας φλεβοκαθετήρας μέσω του οποίου χορηγείται η μέθη, ώστε να χαλαρώσει και να κοιμηθεί για λίγα λεπτά κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Επιπρόσθετα γίνεται ψεκασμός του φάρυγγα με τοπικό αναισθητικό για να κατασταλεί το αντανακλαστικό του εμέτου. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης ο γιατρός ελέγχει το εσωτερικό του οισοφάγου, του στομάχου και του δωδεκαδακτύλου, και μπορεί, εφόσον χρειάζεται, να λάβει βιοψίες για ιστολογική εξέταση (π.χ. σε υποψία κακοήθειας του στομάχου). Με τη λήψη φωτογραφιών και βίντεο είναι δυνατή η τεκμηρίωση και αρχειοθέτηση των ευρημάτων, η ευκολότερη επεξήγησή τους στον ασθενή και η σύγκριση με μελλοντικούς ελέγχους.
Με το πέρας της εξέτασης χορηγείται αντίδοτο για να αναστραφεί η δράση των φαρμάκων της μέθης και ο ασθενής, αφού παραμείνει για λίγο (συνήθως για 10-15 περίπου λεπτά) στην αίθουσα ανάνηψης, μπορεί, όταν ξυπνήσει, να ενημερωθεί για τα αποτελέσματα του ελέγχου. Μετά από περίπου μισή ώρα και αφού έχει ξεμουδιάσει ο φάρυγγας, μπορεί να φάει κανονικά. Η οδήγηση απαγορεύεται για 6 ώρες, λόγω των μειωμένων αντανακλαστικών που προκαλεί η μέθη. Για τα αποτελέσματα των βιοψιών ο ασθενής ενημερώνεται σε δεύτερο χρόνο, όταν αυτά σταλούν από το παθολογοανατομικό εργαστήριο, συνήθως έπειτα από 2 εβδομάδες.