Ενδοσκοπική Πολυποδεκτομή

Η ενδοσκοπική πολυποδεκτομή είναι μια εξειδικευμένη ιατρική τεχνική που επιτρέπει στον γαστρεντερολόγο να αφαιρεί πολύποδες από το παχύ έντερο, το στομάχι ή άλλες περιοχές του πεπτικού σωλήνα με τη βοήθεια του ενδοσκοπίου. Οι πολύποδες είναι μικρές (συνήθως από 2-3mm έως 3-4cm) προεκβολές του βλεννογόνου, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν μετά από ένα χρονικό διάστημα πολλών ετών να εξελιχθούν σε κακοήθεια.

Η ενδοσκοπική πολυποδεκτομή είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική μέθοδος πρόληψης του καρκίνου του παχέος εντέρου, καθώς η αφαίρεση των πολυπόδων εμποδίζει την εξέλιξή τους σε καρκίνο. Επιπρόσθετα, ορισμένες πρώιμες μορφές καρκίνου (καρκίνωμα insitu) είναι δυνατόν να θεραπευθούν με ενδοσκοπική πολυποδεκτομή απαλλάσσοντας τους ασθενείς από μια χειρουργική επέμβαση.

Η διάγνωση και αφαίρεση των πολυπόδων πραγματοποιείται με τη χρήση του ενδοσκοπίου, που επιτρέπει την άμεση εντόπιση του πολύποδα και την ασφαλή αφαίρεσή του με ειδικά εργαλεία, όπως βρόχοι πολυποδεκτομής ή λαβίδες βιοψίας. Οι αφαιρεθέντες πολύποδες αποστέλλονται για ιστολογική εξέταση, ώστε να διαπιστωθεί η φύση τους και να καθοριστεί η ανάγκη μελλοντικής παρακολούθησης. Η διαδικασία είναι  ανώδυνη, εκτελείται με μέθη και διαρκεί, ανάλογα με τον αριθμό και το μέγεθος των πολυπόδων, συνήθως λιγότερο από μία ώρα. Δυνητικές επιπλοκές της πολυποδεκτομής, που συμβαίνουν σπάνια (<1%), είναι η αιμορραγία και το σύνδρομο μετά από πολυποδεκτομή (κοιλιακό άλγος και πυρετός), τα οποία αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Εξαιρετικά σπάνια επιπλοκή αποτελεί η διάτρηση, που ενδεχομένως να χρειαστεί να αντιμετωπιστεί με χειρουργική επέμβαση.

Η παρακολούθηση μετά την αφαίρεση των πολυπόδων εξαρτάται από τα ευρήματα. Οι ασθενείς παρακολουθούνται με τακτικές κολονοσκοπήσεις, συνήθως ανά 1-10 χρόνια ανάλογα με τα ευρήματα, δηλαδή τον αριθμό και τον βαθμό δυσπλασίας ή εξαλλαγής των πολυπόδων, την ηλικία του ατόμου καθώς και την ποιότητα της εντερικής προετοιμασίας.

Η προληπτική κολονοσκόπηση, που θα πρέπει να ξεκινάει από την ηλικία των 45-50 ετών σε ασθενείς χωρίς συμπτώματα, αποτελεί ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο πρόληψης του καρκίνου του παχέος εντέρου.