Αιτίες
Τα αίτια του κοιλιακού άλγους είναι πάρα πολλά και δεν αφορούν μόνο το γαστρεντερικό σύστημα. Από γαστρεντερολογικής πλευράς συνηθέστερα είναι το έλκος του στομάχου και του δωδεκαδακτύλου, η γαστρίτιδα, η χολολιθίαση και η χοληδοχολιθίαση με τις επιπλοκές τους (π.χ. οξεία χολαγγεΐτιδα), η οξεία και χρόνια παγκρεατίτιδα, ο αποφρακτικός ειλεός, η ισχαιμική κολίτιδα, η οξεία σκωληκοειδίτιδα, τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (π.χ. νόσος του Crohn). Ιδιαίτερα συχνό είναι το κοιλιακό άλγος στα πλαίσια λειτουργικών ενοχλημάτων όπως είναι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και η δυσκοιλιότητα. Στα αίτια συμπεριλαμβάνονται νοσήματα και από άλλα συστήματα όπως είναι γυναικολογικές παθήσεις (π.χ. έκτοπη κύηση, ενδομητρίωση) και νοσήματα από το ουροποιητικό σύστημα (π.χ. ουρολοιμώξεις).
Άλλοτε πάλι η αιτία του κοιλιακού άλγους οφείλεται σε όργανα εκτός της κοιλιάς, όπως συμβαίνει ενίοτε στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και στην πνευμονία. Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στο να αποκλειστούν απειλητικά για τη ζωή νοσήματα όπως είναι το ανεύρυσμα της κοιλιακής αορτής και η οξεία μεσεντέριος ισχαιμία, που απαιτούν έγκυρη χειρουργική αντιμετώπιση. Τέλος, το κοιλιακό άλγος σπανιότερα μπορεί να οφείλεται σε «παθολογικά» ή μεταβολικά αίτια όπως είναι η διαβητική κετοξέωση, η ουραιμία και η οξεία διαλείπουσα πορφυρία.
Διαγνωστική Προσπέλαση
Το ιστορικό και η κλινική εξέταση έχουν όπως πάντα θεμελιώδη σημασία στο να κατευθύνουν τον γιατρό στη σωστή διάγνωση. Η ηλικία του ασθενούς, η εντόπιση του άλγους και οι θέσεις αντανάκλασης αυτού, τα συνοδά συμπτώματα, η φαρμακευτική αγωγή και το οικογενειακό ιστορικό μπορεί να παράσχουν καθοριστικές πληροφορίες. Εξίσου σημαντική είναι η επισκόπηση, η ακρόαση και η ψηλάφηση της κοιλιάς σε συνδυασμό με τη λοιπή φυσική εξέταση. Για τη διερεύνηση ενδεχόμενης φλεγμονώδους δραστηριότητας απαιτείται εργαστηριακός έλεγχος όπως γενική εξέταση αίματος (λευκοκυττάρωση) και έλεγχος της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP). Χρήσιμος είναι ο έλεγχος των ηπατικών ενζύμων (SGOT, SGPT, γ-GT, ALP, χολερυθρίνη) και της αμυλάσης για την ανάδειξη παθολογίας από το ήπαρ, τη χοληδόχο κύστη,το χοληφόρο δένδρο και το πάγκρεας.
Ο υπερηχογραφικός έλεγχος των κοιλιακών οργάνων, όντας εύκολος (μη παρεμβατική εξέταση), γρήγορος και οικονομικός κατέχει επίσης κεντρικό ρόλο στην προσπάθεια να αποκλειστούν πολλές παθήσεις (π.χ. οξεία χολοκυστίτιδα, χολολιθίαση, ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, υδρονέφρωση κ.ά.) από τα όργανα της κοιλιάς.
Σε περίπτωση εμμονής της συμπτωματολογίας συνήθως ζητείται αξονική τομογραφία κοιλίας με σκιαγραφικό. Επί διαταραχής της ηπατικής βιοχημείας χρήσιμη είναι η διενέργεια μιας μαγνητικής χολαγγειοπαγκρεατογραφίας (MRCP), με την οποία δύναται να αναζητηθεί παθολογία στο χοληφόρο δένδρο και τον παγκρεατικό πόρο.
Σε υποψία παθολογίας από το λεπτό έντερο ενδείκνυται η διενέργεια μαγνητικής εντερογραφίας. Τέλος, μπορεί να απαιτηθούν ειδικές βιοχημικές και ορμονολογικές εξετάσεις όπως είναι ο προσδιορισμός του ασβεστίου, των αερίων και της βήτα χοριακής γοναδοτροπίνης στο αίμα καθώς και του πορφοχολινογόνου στα ούρα.
θεραπεία
Η θεραπεία του κοιλιακού άλγους εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία. Μέχρι, ωστόσο, να τεθεί η διάγνωση, υπάρχουν ορισμένοι θεραπευτικοί χειρισμοί που μπορούν να ανακουφίσουν από τα συμπτώματα. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να γίνει σύσταση για διακοπή ή περιορισμό της σίτισης, τουλάχιστον μέχρι να αποκλειστεί σοβαρή παθολογία από το γαστρεντερικό σύστημα. Συχνά χορηγούνται παρεντερικώς υγρά και ηλεκτρολύτες, ιδίως όταν υπάρχουν σημεία αφυδάτωσης και υποογκαιμίας.
Επί υποψίας παθολογίας από το στομάχι χορηγούνται αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (π.χ. ομεπραζόλη) και επί συνοδού ναυτίας αντιεμετικά σκευάσματα (π.χ. μετοκλοπραμίδη).
Για την αντιμετώπιση του πόνου, δύναται να χορηγηθεί παρακεταμόλη ή αναλγητικά της κατηγορίας των ΜΣΑΦ (π.χ. δικλοφενάκη) καθώς και σπασμολυτικά. Ωστόσο η αντιμετώπιση του κοιλιακού άλγους δεν μπορεί να είναι μόνο συμπτωματική και ο βασικός στόχος θα πρέπει να είναι να τεθεί η σωστή διάγνωση ή τουλάχιστον να αποκλειστούν απειλητικά για τη ζωή νοσήματα (π.χ. διαχωρισμός ανευρύσματος κοιλιακής αορτής). Μόνο εφόσον τεθεί η σωστή διάγνωση μπορεί να γίνουν οι κατάλληλοι θεραπευτικοί χειρισμοί για την ανακούφιση του ασθενούς.