Αίτια / Διαφορική Διάγνωση
Τα αίτια της ναυτίας και του εμέτου ποικίλλουν και μπορεί να είναι από αθώα και παροδικά έως χρόνια και πολύ σοβαρά. Μια ιογενής γαστρεντερίτιδα ή μια τροφική δηλητηρίαση αποτελούν συχνές αυτοπεριοριζόμενες αιτίες. Ομοίως, μια ποικιλία φαρμάκων (π.χ. αντιβιοτικά, χημειοθεραπευτικά) μπορούν να έχουν ως παρενέργεια τη ναυτία και τον έμετο. Σημαντικότερα γαστρεντερολογικά αίτια που προκαλούν έμετο αποτελούν η μηχανική απόφραξη του στομάχου και του εντέρου, η γαστροπάρεση, η χρόνια εντερική ψευδοαπόφραξη, η οξεία χολοκυστίτιδα, το πεπτικό έλκος, η παγκρεατίτιδα, οι ηπατίτιδες, η εντερική ισχαιμία καθώς και οι κακοήθειες του πεπτικού συστήματος σε προχωρημένα στάδια. Από τη διαφορική διάγνωση δεν θα πρέπει να λησμονούνται παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος (π.χ. ημικρανία, κακοήθεις όγκοι του εγκεφάλου), νοσήματα των λαβυρίνθων καθώς επίσης και ψυχιατρικές διαταραχές. Τέλος, μεταβολικές και ορμονικές διαταραχές όπως η ουραιμία, η διαβητική κετοξέωση, ο υπερθυρεοειδισμός, ο υπερ- και υποπαραθυρεοειδισμός και η νόσος του Addison μπορεί να εκδηλωθούν με ναυτία και έμετο.
Διαγνωστική Προσπέλαση
Το ιστορικό και η κλινική εξέταση του ασθενούς προσφέρουν στις περισσότερες περιπτώσεις πολύτιμες πληροφορίες και συνήθως, επί ήπιων συμπτωμάτων, δεν απαιτείται περαιτέρω εξειδικευμένος διαγνωστικός έλεγχος. Η διάρκεια, η ένταση και η συχνότητα των συμπτωμάτων, η χρονική σχέση με τη λήψη τροφής και φαρμάκων καθώς και τα συνοδά συμπτώματα (π.χ. πυρετός, απώλεια βάρους) μπορούν να κατευθύνουν τη διάγνωση.Η γενική εξέταση αίματος, ο έλεγχος της ουρίας και της κρεατινίνης καθώς και των ηλεκτρολυτών αποτελούν χρήσιμες και απλές εξετάσεις για να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της κατάστασης του ασθενούς. Η απλή ακτινογραφία κοιλίας, το υπερηχογράφημα και η αξονική κοιλίας μπορεί να ζητηθούν από τον θεράποντα ιατρό, ιδιαίτερα όταν υπάρχει θέμα πιθανής απόφραξης της γαστρεντερικής οδού (π.χ. συμφύσεις του εντέρου από παλαιότερες χειρουργικές επεμβάσεις). Η γαστροσκόπηση συνήθως απαιτείται όταν τα συμπτώματα εμμένουν για αρκετές ημέρες, συνυπάρχει απώλεια βάρους και ο εργαστηριακός έλεγχος ρουτίνας αναδεικνύει αναιμία (πτώση του αιματοκρίτη) ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές. Με τη γαστροσκόπηση επιδιώκεται κυρίως να αποκλειστούν κακοήθη νοσήματα (π.χ. καρκίνος στομάχου, λεμφώματα) ή αίτια που χρήζουν ειδικής θεραπείας (π.χ. διαστολές με μπαλόνι σε πυλωρική στένωση).
Θεραπεία
Η θεραπεία είναι κατ’ αρχάς συμπτωματική. Χρησιμοποιούνται διάφορα φάρμακα με διαφορετικό μηχανισμό δράσης, με στόχο να περιορίσουν το αίσθημα ναυτίας και τα εμετικά επεισόδια. Δημοφιλέστερα αντιεμετικά αποτελούν η μετοκλοπραμίδη, η δομπεριδόνη και η ονδασετρόνη. Σε βαρύτερες περιπτώσεις, όταν υπάρχει κίνδυνος αφυδάτωσης και ηλεκτρολυτικών διαταραχών (π.χ. υποκαλιαιμία), μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία για παρεντερική (ενδοφλέβια ) χορήγηση υγρών και ηλεκτρολυτών. Τέλος, αναλόγως της τελικής διάγνωσης, μπορεί να κριθούν επιβεβλημένες ειδικές θεραπείες όπως η ενδοσκοπική τοποθέτηση stent (π.χ.σε κακοήθη απόφραξη του δωδεκαδακτύλου) ή ακόμα και χειρουργική επέμβαση (π.χ. σε περιπτώσεις ειλεού).