logo

  • Ο Ιατρός
  • Το Ιατρείο
  • Συμπτώματα
  • Παθήσεις
  • Επεμβάσεις
  • Επικοινωνία

email
phone
phone

Σεβαστουπόλεως 92-94, Αμπελόκηποι 115 26 (Μετρό Πανόρμου)

Λεπτό και Παχύ Έντερο

Λεπτό και Παχύ Έντερο

Σύνδρομο Ευερέσθιτου Εντέρου

Αιτίες & Παράγοντες Κινδύνου

Τα ακριβή αίτια του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου δεν είναι πλήρως κατανοητά, αλλά συνδέονται με διαταραχή της εντερικής κινητικότητας, νευροενδοκρινικές αλλαγές, φλεγμονή και δυσανεξία σε τρόφιμα. Ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι το στρες και οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορεί να επιδεινώσουν τα συμπτώματα, λόγω της στενής σχέσης του εγκεφάλου με το έντερο. Επιπλέον, λοιμώξεις του γαστρεντερικού συστήματος ή ανισορροπία της εντερικής μικροχλωρίδας μπορεί να πυροδοτήσουν ή να επιδεινώσουν την πάθηση. Παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν το γυναικείο φύλο, τη νεαρή ηλικία και τη χρόνια ψυχολογική πίεση. Ορισμένα τρόφιμα, όπως γαλακτοκομικά, όσπρια, γλυκαντικά και αλκοόλ, μπορούν να προκαλέσουν έξαρση των συμπτωμάτων, ενώ η παρακολούθηση της διατροφής και η αναγνώριση των παραγόντων που τα πυροδοτούν είναι σημαντικά για τη διαχείριση του IBS.

Διάγνωση

Η διάγνωση του IBS βασίζεται κυρίως στην κλινική αξιολόγηση και τον αποκλεισμό άλλων σοβαρών παθήσεων του εντέρου. Ο ιατρός συλλέγει λεπτομερές ιστορικό συμπτωμάτων, όπως κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσκοιλιότητα ή φούσκωμα, και αξιολογεί τη χρονιότητά τους, τη σοβαρότητα και τους πιθανούς παράγοντες που τα πυροδοτούν. Τα κριτήρια της Ρώμης IV χρησιμοποιούνται συχνά για την τυποποίηση της διάγνωσης και βασίζονται στην παρουσία κοιλιακού άλγους τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για τρεις μήνες σε συνδυασμό με αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου. Εργαστηριακές εξετάσεις αίματος και κοπράνων, ενδοσκοπικές εξετάσεις όπως κολονοσκόπηση και γαστροσκόπηση ή αξονική/μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιούνται για να αποκλειστούν άλλες παθήσεις, όπως φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, λοιμώξεις ή καρκίνος παχέος εντέρου. Η σωστή και έγκαιρη διάγνωση είναι κρίσιμη για τη μείωση του άγχους και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών.

Θεραπεία

Η θεραπεία του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου είναι πολυδιάστατη και στοχεύει στη διαχείριση των συμπτωμάτων και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Η βασική στρατηγική περιλαμβάνει διατροφικές τροποποιήσεις, όπως αυξημένη πρόσληψη φυτικών ινών, αποφυγή τροφίμων που πυροδοτούν τα συμπτώματα (όπως γαλακτοκομικά ή όσπρια) και περιορισμό της καφεΐνης και του αλκοόλ. Επιπλέον, η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει αντιδιαρροϊκά φάρμακα, ήπια υπακτικά, σπασμολυτικά ή φάρμακα που ρυθμίζουν τη νευροεντερική λειτουργία. Η ψυχολογική υποστήριξη, η μείωση του άγχους, η γιόγκα και η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές σε ασθενείς με έντονο στρες που επιδεινώνει τα συμπτώματα. Η τακτική παρακολούθηση από γαστρεντερολόγο επιτρέπει την εξατομίκευση της θεραπείας και την προσαρμογή της σε νέες ανάγκες ή μεταβολές των συμπτωμάτων. Η έγκαιρη και ολοκληρωμένη αντιμετώπιση μειώνει τις εξάρσεις και βελτιώνει σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα των ασθενών με IBS.

Ισχαιμική Κολίτιδα

Αιτίες & Παράγοντες Κινδύνου

Η ισχαιμική κολίτιδα προκαλείται κυρίως από μειωμένη αιματική ροή στο έντερο, είτε λόγω αγγειακής στένωσης, είτε λόγω θρόμβωσης, είτε λόγω απόφραξης των αρτηριών. Οι συχνότεροι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την αθηροσκλήρωση, την υπέρταση, τον σακχαρώδη διαβήτη, τις καρδιακές παθήσεις και τη χρήση ορισμένων φαρμάκων, όπως αυτά που προκαλούν σπασμό των αγγείων. Επιπλέον, η αφυδάτωση, οι σοβαρές λοιμώξεις και η υπόταση μπορούν να μειώσουν την αιματική ροή και να προκαλέσουν ισχαιμική κολίτιδα. Η ηλικία άνω των 60 ετών αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου.

Διάγνωση

Η διάγνωση της ισχαιμικής κολίτιδας βασίζεται στην κλινική εκτίμηση των συμπτωμάτων, στις εργαστηριακές εξετάσεις, στις απεικονιστικές μεθόδους και κυρίως την κολονοσκόπηση με τη λήψη βιοψιών για ιστολογική εξέταση. Ο γιατρός αξιολογεί συμπτώματα όπως οξύ κοιλιακό άλγος, διάρροια με ή χωρίς αίμα, έμετο και πυρετό, καθώς και παράγοντες κινδύνου για αγγειακή νόσο. Οι εργαστηριακές εξετάσεις αίματος μπορεί να δείξουν αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια ή δείκτες φλεγμονής (π.χ. CRP). Η κολονοσκόπηση επιτρέπει την άμεση παρατήρηση του βλεννογόνου και τη λήψη βιοψιών για επιβεβαίωση της ισχαιμικής βλάβης. Επιπλέον, η αξονική τομογραφία (CT) ή η αγγειογραφία χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της αιματικής ροής και τον εντοπισμό πιθανών αγγειακών αποφράξεων. Η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση της ισχαιμικής κολίτιδας είναι απαραίτητη για την πρόληψη επιπλοκών όπως νέκρωση εντέρου ή διάτρηση.

Θεραπεία

Η θεραπεία της ισχαιμικής κολίτιδας εξαρτάται από τη σοβαρότητα και την αιτία της βλάβης. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων που είναι ήπιες, η αντιμετώπιση είναι συντηρητική και περιλαμβάνει ενδοφλέβια ενυδάτωση, ανάπαυση του εντέρου με διακοπή της σίτισης και παρακολούθηση. Η διακοπή των φαρμάκων που μειώνουν την αιματική ροή στο έντερο μπορεί να είναι απαραίτητη. Σε σοβαρές περιπτώσεις με νέκρωση, διάτρηση ή απόστημα, απαιτείται χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του προσβεβλημένου τμήματος του εντέρου. Η χρήση αντιβιοτικών μπορεί να συνιστάται για την πρόληψη ή αντιμετώπιση πιθανής λοίμωξης. Η παρακολούθηση μετά την ανάρρωση περιλαμβάνει κυρίως έλεγχο των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου. Η πρόληψη της ισχαιμικής κολίτιδας βασίζεται στη διατήρηση της καλής καρδιαγγειακής υγείας, στην επαρκή ενυδάτωση και την έγκαιρη αντιμετώπιση υποκείμενων νοσημάτων.

Καρκίνος Παχέως Εντέρου

Αιτίες & Παράγοντες Κινδύνου

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αναπτύσσεται συνήθως σε συνδυασμό γενετικών, περιβαλλοντικών και διατροφικών παραγόντων. Το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παχέος εντέρου ή πολυπόδων αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου. Ορισμένες κληρονομικά σύνδρομα, όπως η οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση(FAP) και το σύνδρομο Lynch, αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου σε νεαρότερες ηλικίες. Επιπλέον, η διατροφή που είναι πλούσια σε κόκκινο ή επεξεργασμένο κρέας και χαμηλή σε φυτικές ίνες, η καθιστική ζωή, η παχυσαρκία, το κάπνισμα και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου. Η ηλικία άνω των 50 ετών αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα κινδύνου, ενώ η πρόληψη με τακτικό έλεγχο μπορεί να μειώσει σημαντικά τις πιθανότητες ανάπτυξης της νόσου.

Διάγνωση

Η διάγνωση του καρκίνου παχέος εντέρου βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση των συμπτωμάτων, την κολονοσκόπηση και σε ορισμένες απεικονιστικές εξετάσεις. Ο ιατρός συλλέγει το ιστορικό ύποπτων συμπτωμάτων όπως αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου, αιμορραγία από το ορθό, κοιλιακό άλγος, διάρροια ή δυσκοιλιότητα, και αξιολογεί την ύπαρξη παραγόντων κινδύνου. Η κολονοσκόπηση είναι η πιο ακριβής μέθοδος διάγνωσης, επιτρέποντας την άμεση παρατήρηση του βλεννογόνου, τη λήψη βιοψιών και επιπλέον την αφαίρεση πολυπόδων πριν αυτοί εξελιχθούν σε καρκίνο. Εναλλακτικά, η αξονική κολονοσκόπηση και η ενδοσκόπηση με κάψουλα χρησιμοποιούνται σε μεμονωμένες περιπτώσεις όπου η κολονοσκόπηση δεν είναι εφικτή. Ο ενδελεχής καθαρισμός του εντέρου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διενέργεια των προαναφερθεισών εξετάσεων. Οι εργαστηριακές εξετάσεις αίματος και κοπράνων μπορούν να ανιχνεύσουν αναιμία, φλεγμονή ή κρυφή αιμορραγία. Σε προχωρημένους όγκους διενεργείται αξονική τομογραφία θώρακος και κοιλίας για τον έλεγχο πιθανών μεταστάσεων του καρκίνου σε άλλα όργανα.  Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του παχέος εντέρου, ιδανικά με την ενδοσκοπική αφαίρεση των μικρών πολυπόδων προτού αναπτυχθεί κακοήθεια, βελτιώνει σημαντικά την πρόγνωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Θεραπεία

Η θεραπεία του καρκίνου παχέος εντέρου εξαρτάται από το στάδιο της νόσου, τη θέση του όγκου και την κατάσταση της υγείας του ασθενούς. Σε πρώιμα στάδια, η ενδοσκοπική ή χειρουργική αφαίρεση του προσβεβλημένου τμήματος του εντέρου μπορεί να είναι επαρκής για πλήρη ίαση. Σε προχωρημένα ή μεταστατικά στάδια, συνιστάται συνδυασμός χειρουργικής επέμβασης, χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας, με στόχο τη μείωση του όγκου και την εξάλειψη των καρκινικών κυττάρων. Η ενδοσκοπική αφαίρεση πολυπόδων αποτελεί σημαντική προληπτική μέθοδο, καθώς η πλειονότητα των καρκίνων παχέος εντέρου προέρχεται από αδενωματώδεις πολύποδες. Η τακτική παρακολούθηση με κολονοσκόπηση και απεικονιστικές εξετάσεις είναι απαραίτητη για την έγκαιρη ανίχνευση υποτροπών ή νέων όγκων, ενώ η πρόληψη μέσω διενέργειας κολονοσκόπησης παραμένει η πιο αποτελεσματική στρατηγική.

Εκκολπωμάτωση Παχέως Εντέρου

Αιτίες & Παράγοντες Κινδύνου

Η κύρια αιτία ανάπτυξης εκκολπωμάτων είναι η αδυναμία του τοιχώματος του παχέος εντέρου σε συνδυασμό με αυξημένη εντερική πίεση. Η χαμηλή πρόσληψη φυτικών ινών στη διατροφή και η χρόνια δυσκοιλιότητα αυξάνουν την πίεση στο έντερο, προάγοντας τον σχηματισμό εκκολπωμάτων. Άλλοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν τη μεγαλύτερη ηλικία, την παχυσαρκία, την καθιστική ζωή, το κάπνισμα και το οικογενειακό ιστορικό εκκολπωμάτων. Η υπερβολική κατανάλωση κόκκινου κρέατος και λιπαρών τροφών μπορεί επίσης να συμβάλει στην ανάπτυξη της νόσου. Επιπλέον, η χρόνια χρήση ορισμένων φαρμάκων, όπως αντιφλεγμονωδών ή κορτικοστεροειδών, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επιπλοκών.

Διάγνωση

Η διάγνωση της εκκολπωματικής νόσου βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση, τις απεικονιστικές εξετάσεις και κυρίως την κολονοσκόπηση. Ο γιατρός συλλέγει λεπτομερές ιστορικό συμπτωμάτων, όπως επεισόδια κοιλιακού άλγους και αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου, που ενδεχομένως συνοδεύονται από πυρετό. Η κολονοσκόπηση επιτρέπει την άμεση παρατήρηση του βλεννογόνου και τον εντοπισμό εκκολπωμάτων ή άλλων παθολογικών ευρημάτων. Εναλλακτικά επί υποψίας οξείας φλεγμονής των εκκολπωμάτων (οπότε μιλάμε για οξεία εκκολπωματίτιδα) δεν συστήνεται άμεση διενέργεια κολονοσκόπησης αλλά αξονική τομογραφία (CT) κοιλίας, που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της έκτασης και της ύπαρξης τυχόν επιπλοκών, όπως αποστήματα ή διάτρηση. Οι εργαστηριακές εξετάσεις αίματος σε περιπτώσεις εκκολπωματίτιδας μπορούν να δείξουν αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια ή φλεγμονώδεις δείκτες (αύξηση της CRP). Η έγκαιρη διάγνωση είναι κρίσιμη για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας και την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών (απόστημα ή διάτρηση του εντέρου και περιτονίτιδα).

Θεραπεία

Η παρουσία εκκολπωμάτων στο παχύ έντερο δεν συνιστά αυτομάτως ένδειξη για έναρξη θεραπείας καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν με τα εκκολπώματα χωρίς να έχουν ιδιαίτερα συμπτώματα. Σε ασυμπτωματικούς ασθενείς ορισμένοι προτείνουν διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες, επαρκή ενυδάτωση και τακτική σωματική δραστηριότητα για την προαγωγή της εντερικής κινητικότητας. Σε ήπια εκκολπωματίτιδα, συνιστάται συντηρητική θεραπεία με αντιβιοτικά (σιπροφλοξασίνη και μετρονιδαζόλη), ανάπαυση και υδρική δίαιτα. Σε σοβαρές περιπτώσεις με επιπλοκές όπως απόστημα, διάτρηση ή υποτροπιάζουσα εκκολπωματίτιδα, μπορεί να απαιτηθεί ακόμα και χειρουργική αφαίρεση του προσβεβλημένου τμήματος του εντέρου. Η έγκαιρη διάγνωση και αναγνώριση των υποτροπών της εκκολπωματίτιδας είναι σημαντική για την αποφυγή των επιπλοκών.

Λοιμώδης Γαστρεντεριτίτιδα

Αιτίες & Παράγοντες Κινδύνου

Η λοιμώδης γαστρεντερίτιδα προκαλείται από διάφορους μικροοργανισμούς. Οι πιο συχνοί ιοί περιλαμβάνουν τον ροταϊό, τον νοροϊό και τους αδενοϊούς, ενώ τα συνηθέστερα βακτήρια είναι η σαλμονέλα, το κολοβακτηρίδιο (Escherichia coli), το καμπυλοβακτηρίδιο και η σιγκέλα. Παράσιτα όπως η λάμβλια (Giardia Lamblia) και η ιστολυτική αμοιβάδα (Entamoeba histolytica) μπορούν να προκαλέσουν χρόνιες μορφές γαστρεντερίτιδας. Η μετάδοση γίνεται συνήθως μέσω μόλυνσης από μολυσμένο νερό ή τρόφιμα, επαφής με μολυσμένα άτομα ή κακή υγιεινή. Παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν τα ταξίδια σε χώρες με χαμηλά επίπεδα υγιεινής, την κατανάλωση μη επαρκώς μαγειρεμένων τροφών, την επαφή με μολυσμένα ζώα ήτην επαφή παιδιών σε παιδικούς σταθμούς. Η σωστή υγιεινή και η προσεκτική διαχείριση τροφίμων μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο λοίμωξης.

Διάγνωση

Η διάγνωση της λοιμώδους γαστρεντερίτιδας βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση των συμπτωμάτων, τις εργαστηριακές εξετάσεις και την καλλιέργεια κοπράνων. Ο γιατρός συλλέγει λεπτομερές ιστορικό συμπτωμάτων, όπως διάρροια, έμετο, κοιλιακό άλγος με πυρετό, και αξιολογεί πιθανές πηγές μόλυνσης. Οι εργαστηριακές εξετάσεις περιλαμβάνουν καλλιέργεια κοπράνων για εντεροπαθογόνα, ανίχνευση ιών με μοριακές τεχνικές PCR και παρασιτολογική εξέταση κοπράνων με μικροσκοπική εξέταση. Σε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να γίνουν αιματολογικές εξετάσεις για έλεγχο αφυδάτωσης ή ηλεκτρολυτικών διαταραχών. Η έγκαιρη διάγνωση είναι απαραίτητη για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας, τον περιορισμό της μετάδοσης και την πρόληψη επιπλοκών, ειδικά σε ευπαθείς ομάδες.

Θεραπεία

Η θεραπεία της λοιμώδους γαστρεντερίτιδας στοχεύει στην αποκατάσταση υγρών και ηλεκτρολυτών, την ανακούφιση των συμπτωμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την αντιμετώπιση της αιτίας της λοίμωξης. Η κύρια παρέμβαση είναι η ενυδάτωση με από του στόματος διαλύματα ή, σε σοβαρές περιπτώσεις, ενδοφλέβια υγρά. Αντιδιαρροϊκά φάρμακα χρησιμοποιούνται προσεκτικά, ενώ η χρήση αντιβιοτικών περιορίζεται σε βακτηριακές λοιμώξεις με σοβαρά ή παρατεταμένα συμπτώματα. Η προσεκτική διατροφή, με τροφές εύπεπτες και πλούσιες σε θρεπτικά συστατικά, βοηθά στην ανάρρωση. Η πρόληψη αποτελεί επίσης σημαντικό μέρος της αντιμετώπισης: τακτικό πλύσιμο χεριών, σωστή αποθήκευση και μαγείρεμα τροφών, αποφυγή νερών αμφίβολης ποιότητας και εμβολιασμός κατά του ροταϊού στα βρέφη μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο λοίμωξης. Η στενή παρακολούθηση είναι απαραίτητη για την αποφυγή αφυδάτωσης, ιδιαίτερα σε βρέφη, ηλικιωμένους και ανοσοκατασταλμένα άτομα.

Κιλιοκάκη

Αιτίες & Παράγοντες Κινδύνου

Η κοιλιοκάκη οφείλεται σε συνδυασμό γενετικής προδιάθεσης και ανοσολογικής αντίδρασης στη γλουτένη. Μόνο άτομα με τα γονίδια HLA-DQ2 ή HLA-DQ8 εμφανίζουν κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου.Επιπλέον το οικογενειακό ιστορικό κοιλιοκάκης αποτελεί παράγοντα κινδύνου ανάπτυξης της νόσου στους συγγενείς πρώτου βαθμού, οι οποίοι θα πρέπει να ελέγχονται. Παράγοντες που ενοχοποιούνται για την έναρξη της κοιλιοκάκης περιλαμβάνουν λοιμώξεις του εντέρου, ορμονικές αλλαγές ή περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η διατροφή στη βρεφική ηλικία. Επιπλέον, η κοιλιοκάκη εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με άλλες αυτοάνοσες διαταραχές, όπως διαβήτη τύπου 1, διαταραχές του θυρεοειδούς αδένα καθώς και το σύνδρομο Down. Η κατανάλωση τροφών που περιέχουν γλουτένη σε συνδυασμό με γενετική προδιάθεση προκαλεί τη χρόνια ανοσολογική αντίδραση, καταστροφή του βλεννογόνου του λεπτού εντέρου με επακόλουθο δυσαπορρόφηση των θρεπτικών συστατικών.

Διάγνωση

Η διάγνωση της κοιλιοκάκης βασίζεται σε εργαστηριακές εξετάσεις αίματος και γαστροσκόπηση με λήψη βιοψιών από το δωδεκαδάκτυλο. Τα αρχικά εργαστηριακά τεστ περιλαμβάνουν ανίχνευση αντισωμάτων, με πιο χρήσιμα εκείνα της ιστικής τρανσγλουταμινάσης (anti-tTG IgA) και αυτά έναντι του ενδομυΐου(EMA IgA). Θετικά αποτελέσματα σε συνδυασμό με συμπτώματα όπως διάρροια, κοιλιακό άλγος, φουσκώματα ή απώλεια βάρους θα πρέπει να επιβεβαιώνονται με γαστροσκόπηση και λήψη βιοψιών από το δωδεκαδάκτυλο. Η ιστολογική εξέταση αποκαλύπτει ατροφία των λαχνών του εντέρου, υπερτροφία των κρυπτών και αύξηση των ενδοεπιθηλιακών λεμφοκυττάρων. Επιπλέον, η γενετική ανάλυση για HLA-DQ2 και HLA-DQ8 μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αμφίβολες περιπτώσεις για τον αποκλεισμό της νόσου.

Θεραπεία

Η μοναδική και αποτελεσματική θεραπεία της κοιλιοκάκης είναι η διά βίου αυστηρή δίαιτα χωρίς γλουτένη (gluten-free diet). Η αποφυγή τροφών που περιέχουν σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη και προϊόντα που τα περιέχουν οδηγεί στην αποκατάσταση του εντερικού βλεννογόνου και τη βελτίωση των συμπτωμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, συνιστάται διατροφική υποστήριξη με συμπληρώματα βιταμινών και μετάλλων, όπως σίδηρο, ασβέστιο, βιταμίνη D και βιταμίνες του συμπλέγματος B, για την αποκατάσταση τυχόν ελλείψεων. Επιπλέον, η τακτική παρακολούθηση με γιατρό και διαιτολόγο είναι σημαντική για την εκτίμηση της συμμόρφωσης στη δίαιτα και την πρόληψη υποτροπών ή επιπλοκών. Η έγκαιρη εφαρμογή της δίαιτας χωρίς γλουτένη μειώνει τον κίνδυνο μακροχρόνιων προβλημάτων όπως οστεοπόρωση, καρκίνος εντέρου ή άλλες αυτοάνοσες παθήσεις.

logo

Επικοινωνία

Ιατρείο:

Σεβαστουπόλεως 92-94, Αμπελόκηποι 115 26 (Μετρό Πανόρμου)

phone 210 6985400
phone 6980 739726
email michpapadom@yahoo.gr

Copyright © 2024 Papadomichelakis. All rights reserved. Web Design by CnC Tech Digital Agency.