Αιτίες & Παράγοντες Κινδύνου
Η κύρια αιτία ανάπτυξης εκκολπωμάτων είναι η αδυναμία του τοιχώματος του παχέος εντέρου σε συνδυασμό με αυξημένη εντερική πίεση. Η χαμηλή πρόσληψη φυτικών ινών στη διατροφή και η χρόνια δυσκοιλιότητα αυξάνουν την πίεση στο έντερο, προάγοντας τον σχηματισμό εκκολπωμάτων. Άλλοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν τη μεγαλύτερη ηλικία, την παχυσαρκία, την καθιστική ζωή, το κάπνισμα και το οικογενειακό ιστορικό εκκολπωμάτων. Η υπερβολική κατανάλωση κόκκινου κρέατος και λιπαρών τροφών μπορεί επίσης να συμβάλει στην ανάπτυξη της νόσου. Επιπλέον, η χρόνια χρήση ορισμένων φαρμάκων, όπως αντιφλεγμονωδών ή κορτικοστεροειδών, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επιπλοκών.
Διάγνωση
Η διάγνωση της εκκολπωματικής νόσου βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση, τις απεικονιστικές εξετάσεις και κυρίως την κολονοσκόπηση. Ο γιατρός συλλέγει λεπτομερές ιστορικό συμπτωμάτων, όπως επεισόδια κοιλιακού άλγους και αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου, που ενδεχομένως συνοδεύονται από πυρετό. Η κολονοσκόπηση επιτρέπει την άμεση παρατήρηση του βλεννογόνου και τον εντοπισμό εκκολπωμάτων ή άλλων παθολογικών ευρημάτων. Εναλλακτικά επί υποψίας οξείας φλεγμονής των εκκολπωμάτων (οπότε μιλάμε για οξεία εκκολπωματίτιδα) δεν συστήνεται άμεση διενέργεια κολονοσκόπησης αλλά αξονική τομογραφία (CT) κοιλίας, που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της έκτασης και της ύπαρξης τυχόν επιπλοκών, όπως αποστήματα ή διάτρηση. Οι εργαστηριακές εξετάσεις αίματος σε περιπτώσεις εκκολπωματίτιδας μπορούν να δείξουν αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια ή φλεγμονώδεις δείκτες (αύξηση της CRP). Η έγκαιρη διάγνωση είναι κρίσιμη για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας και την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών (απόστημα ή διάτρηση του εντέρου και περιτονίτιδα).
Θεραπεία
Η παρουσία εκκολπωμάτων στο παχύ έντερο δεν συνιστά αυτομάτως ένδειξη για έναρξη θεραπείας καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν με τα εκκολπώματα χωρίς να έχουν ιδιαίτερα συμπτώματα. Σε ασυμπτωματικούς ασθενείς ορισμένοι προτείνουν διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες, επαρκή ενυδάτωση και τακτική σωματική δραστηριότητα για την προαγωγή της εντερικής κινητικότητας. Σε ήπια εκκολπωματίτιδα, συνιστάται συντηρητική θεραπεία με αντιβιοτικά (σιπροφλοξασίνη και μετρονιδαζόλη), ανάπαυση και υδρική δίαιτα. Σε σοβαρές περιπτώσεις με επιπλοκές όπως απόστημα, διάτρηση ή υποτροπιάζουσα εκκολπωματίτιδα, μπορεί να απαιτηθεί ακόμα και χειρουργική αφαίρεση του προσβεβλημένου τμήματος του εντέρου. Η έγκαιρη διάγνωση και αναγνώριση των υποτροπών της εκκολπωματίτιδας είναι σημαντική για την αποφυγή των επιπλοκών.